Category Archives: Μαθήματα Φωτογραφίας

Εδώ θα βρείτε τα ψηφιακά μαθήματα φωτογραφίας. Άρθρα που είναι μικρά αυτόνομα μαθήματα φωτογραφίας. Όλα τα μαθήματα που θα βρείτε εδώ αφορούν την ιστορία, την αισθητική και την τεχνική της Φωτογραφίας. Οπότε τα μαθήματα φωτογραφίας είναι δομημένα σε 3 άξονες. Μαθήματα για την ιστορία της Φωτογραφίας από το ξεκίνημα της μέχρι σήμερα. Σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της τεχνικής και της αισθητικής του μέσου, αλλά και παρουσιάσεις λευκωμάτων σημαντικών λευκωμάτων και βιβλίων φωτογραφίας. Σε αυτά εδώ τα μαθήματα φωτογραφίας ανεβάζω και άρθρα για τον φωτογραφικό εξοπλισμό. Κυρίως άρθρα για τα χαρακτηριστικά των φωτογραφικών μηχανών και των φακών. Γενικά χρήσιμα μαθήματα Φωτογραφίας. Θα προστίθενται σιγά-σιγά και άλλες υποκατηγορίες όσο πληθαίνουν να άρθρα-μαθήματα.

EOS η ελληνική Αυγή, έδωσε το όνομα της στις μηχανές της νέας εποχής

30 Χρόνια Canon EOS

Η Canon ήδη από το 1987 παρουσίασε τις φωτογραφικές μηχανές της νέας εποχής. Για τις μηχανές της καινούργιας της σειράς η εταιρεία δανείστηκε το όνομα της Ελληνικής θεότητας της Αυγής. Ηώς ή Έως, η κόρη του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας, της αδερφής του Ήλιου και της Σελήνης. Για άλλους EOS σημαίνει Electro-Optical System, αλλά εγώ προτιμώ την ποιητική εκδοχή, με πηγή έμπνευσης την Ελληνική Μυθολογία.

Canon EOS 650

Η πρώτη φωτογραφική μηχανή της σειράς EOS η 650 του 1987

Όντως οι φωτογραφικές μηχανές της Canon της σειράς EOS με ξεκίνημα την EOS 650 του 1987, εγκαινίασαν μια καινούργια περίοδο στην φωτογραφία. Η Canon τολμάει και εγκαταλείπει την πετυχημένη μοντούρα και την σειρά FD, των φακών της χειροκίνητης εστιάσης και προσφέρει στο κοινό τους φακούς με ενσωματωμένο μοτέρ αυτόματης εστιάσης EF, που δίνουν στο σύστημα EOS νέες εκπληκτικές δυνατότητες. Στις νέες τεχνολογίες που εισάγει η Canon δεν είναι μόνο η αυτόματη εστίαση, αλλά μια σειρά από καινοτομίες που πλέον θεωρούνται τα στάνταρ στις σημερινές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, αλλά τότε ήταν κάτι το πρωτάκουστο.

Canon EOS 5D Mark IV

H πιο πρόσφατη φωτογραφική μηχανή της Canon στην σειρά EOS, η 5D Mark IV ( Σεπτέμβριος 2016)

Η Canon είχε κάνει πάταγο με την τελευταία φωτογραφική μηχανή χειροκίνητης εστίασης την T90, καθώς είχε δείξει σε όλους ποιο δρόμο θα ακολουθούσε από εκεί και πέρα στις φωτογραφικές μηχανές. Δρόμο που ακολουθεί πιστά μέχρι σήμερα και στις ψηφιακές EOS (DSLR) με ξεκίνημα την EOS 30D που κυκλοφόρησε στο γύρισμα της χιλιετίας το 2000 μέχρι και την πιο πρόσφατη EOS 5D Mark IV (2016).

canon eos 30th

Οι σημαντικοί σταθμοί της Canon και της σειράς Φακών και Φωτογραφικών μηχανών EOS

1987 Ανακοινώνονται η φωτογραφική μηχανή DSLR  EOS 650 και οι φακοί EF 35-70mm f/3.5-4.5, EF 35-105mm f/3.54.5 και EF 50mm f/1.8

1989 Κυκλοφορεί η EOS-1, η πρώτη επαγγελματική φωτογραφική μηχανή της Canon με αυτόματη εστίαση

1994 Κυκλοφορεί η EOS 5, με αυτόματο σύστημα εστίασης και με σύστημα παρακολούθησης του ματιού

2000 Κυκλοφορεί η  EOS D30 – η πρώτη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή με αποκλειστική εσωτερική σχεδίαση και παραγωγή της Canon

2001 Κυκλοφορεί η EOS-1D,  η πρώτη ψηφιακή επαγγελματική φωτογραφική μηχανή με αποκλειστική εσωτερική σχεδίαση και παραγωγή της Canon

2003 Κυκλοφορεί η EOS 300D – η πρώτη φωτογραφική μηχανή DSLR για το πλατύ κοινό με κόστος κάτω από 1.000 δολάρια

2005 Κυκλοφορεί  η EOS 5D, η πρώτη οικονομική fullframeDSLR

2008 Κυκλοφορεί  η EOS 5D Mark II,  η πρώτη DSLR με δυνατότητα λήψης βίντεο FullHD

2012 Κυκλοφορεί η  σειρά Cinema EOS επαγγελματικές ψηφιακές βιντεοκάμερες

2015 H παραγωγή της Canon φτάνει σ τις 80 εκατομμύρια φωτογραφικές μηχανές

2016 H παραγωγή της Canon φτάνει στους 120 εκατομμύρια φακούς για όλες τις σειρές φωτογραφικών μηχανών

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

 

Ο Εμίλ Ζολά το τερμάτισε (με τη φωτογραφία)

O Εμίλ Ζολά Φωτογράφος

O Εμίλ Ζολά (Émile Édouard Charles Antoine Zola 1840-1902) ο διάσημος Γάλλος συγγραφέας, υπήρξε και παθιασμένος ερασιτέχνης φωτογράφος. Την φωτογραφία την ανακάλυψε στα τελευταία 7 χρόνια της ζωής του αλλά του έγινε εμμονή και σχεδόν η αποκλειστική του απασχόληση. Χρησιμοποίησε την φωτογραφία όπως θα χρησιμοποιούσε την πένα του για να κρατάει σημειώσεις για τον κόσμο που τον περιτριγύριζε. Φωτογράφιζε τα πάντα. Μέσα σε 7 χρόνια απόκτησε 10 διαφορετικές φωτογραφικές μηχανές και το δικό του σκοτεινό θάλαμο όπου εμφάνιζε μόνος του τα φιλμ του και τύπωνε τις φωτογραφίες του. Είχε φτιάξει και μια δική του πατέντα ώστε να απελευθερώνει το κλείστρο από μακριά και έτσι τράβηξε και πολλά αυτοπορτραίτα.

Εμίλ Ζολά

Ήταν τόσο ενθουσιασμένος με αυτό του το χόμπι από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε να φωτογραφίζει το 1895, που πολλές φορές έφτανε να γίνεται υπερβολικός με την αγάπη του για την φωτογραφία. Η αλήθεια είναι ότι ο Ζολά ήταν άνθρωπος πολυτάλαντος, έτσι ανάμεσα στα άλλα ταλέντα του υπήρξε και καλός φωτογράφος. Πάντως για να λέμε κι αλήθειες ήταν πολύ καλύτερος σαν συγγραφέας . Για αυτό ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη που έχουμε από εκείνον σαν φωτογράφοι δεν είναι οι φωτογραφίες του (που αρκετές από αυτές είναι καλές), αλλά μια φράση που έγραψε για την φωτογραφία (με αυτό πραγματικά το τερμάτισε).

“À mon avis, vous ne pouvez pas dire que vous avez vu quelque chose à fond si vous n’en avez pas pris une photographie”

Που σημαίνει πάνω κάτω

“Νομίζω ότι δεν μπορείτε να πείτε ότι είδα κάτι καλά, αν δεν το έχετε τραβήξει μια φωτογραφία”

Εμίλ Ζολά

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Και οι 11 (φωτογραφίες) ήταν υπέροχες

Φωτογραφίες από την απόβαση της Νορμανδίας

Η 6η Ιουνίου του 1944 είναι η μέρα της απόβασης στη Νορμανδία. Η μέρα της μεγαλύτερης απόβασης στην ιστορία των πολέμων που έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα του πολέμου προς στην πλευρά των συμμάχων. Ο Robert Capa διάσημος φωτορεπόρτερ ήδη από τα χρόνια του Ισπανικού εμφύλιου πολέμου, βρίσκεται στα αποβατικά σκάφη με τους άντρες του 16ου συντάγματος πεζικού, που ήταν το δεύτερο αποβατικό κύμα που έφτασε στην ακτή Ομάχα της Νορμανδίας, εκείνο το πρωινό της 6ης Ιουνίου. Στην παραλία  που την πρώτη μέρα της απόβασης έγιναν οι πιο σκληρές μάχες και οι σύμμαχοι είχαν τις περισσότερες απώλειες.

robert capa omaha

Ο Capa είναι με πλήρη στρατιωτική εξάρτηση αλλά στα χέρια του αντί για όπλα έχει δύο Contax ΙΙ με φακούς 50mm και καταφέρνει μέσα σε μια πραγματική κόλαση να τραβήξει 72 φωτογραφίες από τις 2 πρώτες ώρες της απόβασης, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται σε συνέντευξεις και στην αυτοβιογραφία του. Όταν από την αδρεναλίνη και από την ένταση δεν μπορεί πλεον ούτε το κουμπί της μηχανής του να πατήσει επιστρέφει σε ένα νοσοκομειακό πλοίο και  στέλνει τα τραβηγμένα φιλμ  στο Λονδίνο. Εκεί στον σκοτεινό θάλαμο του Life όπου γίνεται η επεξεργασία τους, συμβαίνει το απίστευτο. Του καταστρέφουν τα φιλμ! Από όλες τις φωτογραφίες που τράβηξε από την μοναδική αυτή ιστορική στιγμή με απίστευτο κίνδυνο μόνο 11 φωτογραφίες σώθηκαν και αυτές εξαιρετικά ταλαιπωρημένες (ενώ σήμερα σώζονται μόνο 10 πρωτότυπα αρνητικά). To Life δημοσίευσε κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες στο τεύχος της 19ης Ιουνίου του 1944. Αυτές οι φωτογραφίες του Robert Capa που σώθηκαν έχουνε μείνει στην ιστορία σαν “The Magnificent Eleven”.

robert capa omaha

Σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει και αρκετό παρασκήνιο όπως είναι φυσικό και έτσι δημοσιογράφοι και ιστορικοί έχουν ασχοληθεί αρκετά με το συγκεκριμένο γεγονός. Όλα δείχνουν ότι ο Dennis Banks ένας δεκαπεντάχρονος βοηθός στο εργαστήριο του Life ρύθμισε το στεγνωτήριο των φιλμ σε πολύ μεγάλη θερμοκρασία με αποτέλεσμα να λιώσει η εμουλσιόν. Για πολλά χρόνια θεωρούσαν υπεύθυνο  για την καταστροφή τον 18χρονο Larry Burrows (τον αργότερα διάσημο βρετανό φωτογράφο που σκοτώθηκε στο Λάος το 1971) που τότε ήταν το παιδί για τους καφέδες στο γραφείο του Life στο Λονδίνο.  Ο photo editor  του Life στο Λονδίνο εκείνη την περίοδο ο John G. Morris, ισχυρίζεται ότι ήταν μπροστά όταν ο Dennis Banks έκανε την πατάτα και  ότι τα υπόλοιπα  φιλμ  του Capa, που καταστράφηκαν δεν περιείχαν καθόλου φωτογραφίες, ήταν ατράβηχτα.  Είναι πάντως γεγονός ότι σε τέτοιες καταστάσεις που ενδιαφέρουν το κοινό δημιουργούνται πάντα διάφοροι μύθοι.

robert capa omaha

Από τους στρατιώτες που εικονίζονται σε αυτές τις φωτογραφίες της απόβασης έχουν αναγνωριστεί κάποιοι. Ένας βετεράνος της απόβασης ο  Huston Riley θυμόταν τον Capa που τον βοήθησε εκείνη την μέρα. Σε μια συνέντευξη του ανέφερε ότι ένας φωτογράφος τον βοήθησε κατά την διάρκεια της απόβασης ” κάποια στιγμή βρέθηκα μέσα στο νερό και κάποιος με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου. Είδα με έκπληξη ότι είχε τα διακριτικά του δημοσιογράφου και σκέφτηκα τι στο διάολο κάνει αυτός εδώ; Αμέσως μετά συνέχισε προς την παραλία συνεχίζοντας να τραβάει φωτογραφίες”. Ο σκηνοθέτης της ταινίας “Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν” Steven Allan Spielberg, έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του ότι εμπνεύστηκε από τις 11 αυτές φωτογραφίες του Robert Capa, για την ατμόσφαιρα που έδωσε στις σκηνές της απόβασης.

robert capa omaha

Όπως είναι γνωστό ο Robert Capa σκοτώθηκε στην Ινδοκίνα πατώντας μια νάρκη στις 25 Μαίου του 1954. Απόλυτα συνεπής στην ρήση του” Αν οι φωτογραφίες σου δεν είναι καλές, αυτό σημαίνει ότι δεν τις τράβηξες από αρκετά κοντά”. Με το φωτογραφικό του έργο, τον βαθύ ανθρωπισμό του αλλά και την  ίδρυση του πρακτορείου Magnum, επηρέασε όσο λίγοι την Φωτογραφία στον 20ο αιώνα. Αιωνία του η μνήμη!

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Δυο Ιστορικά Νεκρικά Πορτραίτα Ουγκώ – Παλαμάς

Το θέμα μου σήμερα δεν είναι γενικά τα νεκρικά πορτραίτα (θα ασχοληθώ με αυτά σε άλλο μου post). Είναι δύο συγκεκριμένα νεκρικά πορτραίτα που κατά την άποψη μου συνομιλούν μέσα στην ιστορία και μας θέτουν τα αιώνια ερωτήματα της ύπαρξης ( πάντα ερήμην τους).

Το πρώτο και χρονικά είναι αυτό του Βίκτωρα Ουγκώ (Victor Marie Vicomte Hugo 1802-1885) που τον φωτογράφησε ο Φελίξ Ναντάρ (Félix Nadar) και το άλλο είναι του Κωστή Παλαμά (1859 -1943) που τον φωτογράφησε η Βούλα Παπαιώαννου. Δύο τιτάνες του πνεύματος από δύο εξαιρετικούς φωτογράφους.

Η Κηδεία του Βίκτωρα Ουγκώ

Βικτώρ Ουγκώ

Ο Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου του 1885 σε ηλικία 83 ετών, πραγματικά πάνω στις πιο μεγάλες δόξες του, με σχεδόν καθολική αποδοχή στη Γαλλία την πατρίδα του, αλλά και παγκόσμια. Την μέρα που πέθανε στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος. Η σορός του έμεινε με τιμητική φρουρά στην αψίδα του Θριάμβου και τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Την ημέρα της κηδείας του την 1η Ιουνίου περίπου 2.000.000 άνθρωποι συνόδευσαν τον νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου στο Πάνθεον που έγινε η τελευταία του κατοικία.

Ο θάνατος του Ουγκώ προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και στην Ελλάδα και απασχόλησε την κοινή γνώμη για αρκετές εβδομάδες. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη των Ελλήνων για τον Ουγκώ που την μέρα της κηδείας του αρκετά καταστήματα στην Αθήνα έμειναν κλειστά για να τον τιμήσουν. Από όλα όσα γράφτηκαν από Έλληνες για τον μεγάλο ποιητή ξεχωρίζω τις αναμνήσεις για την μέρα της κηδείας του που έχει γράψει ο Γιάννης Ψυχάρης στο περίφημο “Το Ταξίδι μου”. Παραθέτω στο σχετικό απόσπασμα.

“Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουνε τ’ άστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατά­στρωμα, ακουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοι­μάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα μου δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές όπως εκείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα ήτανε και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαριά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μου είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιότερο ακόμη απ’ όλα τα λόγια που μου έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε’ Δόξα και μοναξιά.

Προτού να τον πάρει για πάντα η μάβρη γης και η πλάκα να σκεπάσει το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήσει τον ποιητή του, να γονατίσει στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθεί μια μέρα και μια νύχτα στην άκρη της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος όπου είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, βάλανε τους τίτλους του άλλου του νικητή, γράψανε των εργώνε του τα ονόματα. Έτυχε κιόλας, το μάβρο σκέπασμα που είχανε κρεμάσει στην αψίδα, εκείνη την ήμερα, και που έπεφτε από πάνω ίσα με τη μέση, πέφτοντας ν’ αγγίξει με την άκρη του τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στ’ ανάγλυφα της πόρτας. Έμοιαζε τώρα και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, ήτανε να φέρουνε το λείψανο για να τ’ απιθώσουνε από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στεκότανε πολύς λαός, τον πρόσμενε κόσμος πολύς μαζωμένος. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδανε ξεσκεπαστήκανε όλα τα κεφάλια. Πρι να ’ρθει ίσα με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακολουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιόμεστα το λαό που μας περίμενε· μόνο γεμίζανε τα μάτια, μας δάκρυα, γιατί ξέραμε πως δε θα ξαναδιούμε τα καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, πως ποτέ μας δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι, είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προ­σκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη· είχε δίκιο ο λαός να δοξάζει τ’ όνομά του· βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέ­παμε; Κλαίγαμε τον άθρωπο κι όχι μόνο τον ποιητή. Ό,τι κι αν του έκανε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ’ αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριανα­στέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατά­λαβες τώρα που κείτεται πεθαμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούνε;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κοιμότανε έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, μου φαινότανε πως ήτανε ολομόναχος και ξενιτεμένος. Φύ­γανε οι φίλοι· γυρίσανε οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι· γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέσει κρυφά να γονατίσει, ίσως κάτι να του πει. Του κάκου! Μπο­ρεί τώρα ν’ ακουμπήσει πουθενά τ’ ορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουνε και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; Πού θα πέσει, να τον προσκυνήσει; Σε ποιο μέρος θα τραβηχτεί να χύσει όσα δάκρυα έχει μέσα του η καρδιά του; Πώς θ’ αναστενάξει, δίχως να τον ακούσει κανείς; Πώς θα πάει να πει σιγά σιγά στ’ αφτί του περίφημου γέρου· «Παππού μου, παππού μου, έτσι μ’ αφήνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, τέτοια ώρα, για τους πεθαμένους!

Κι ωστόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουνε τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κι έκρυ­φτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ρά­γιζε την καρδιά· πιανότανε η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμει σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξει κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβει κανένας. Όσο ήτανε τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, όπου δεν ήτανε κείνα μπροστά, σηκωνότανε όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυ­πούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούνε τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφηνε τον πόνο να του τρώει κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Ήτανε πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει… Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

Στ’ Ο Ποιητής

Έφυγα και γω τότες από κει πέρα. Γύρεβα μοναξιά ν’ ανασάνει η καρδιά μου. Κι ωστόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ’ έσπρωχνε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Πάντα στεκότανε το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάσει. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ’ είχε καρφωμένο σε κείνο τα μέρος — σα να πρόσμενα, κάτι να διω, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, με γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σερνόμουνε, κυλιόμουνε από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κι η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Λάμπανε αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, καίγανε τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε τα Παρίσι να ξενυχτίσει, να μείνει μπροστά στα μνήμα του ποιητή, ώσπου να σηκώσουνε το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ’ ένα δρόμο σκοτεινό, με τρόπο ν’ αποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

“Δεν ξέρω τι μου κατέβηκε τότες· από την κούραση ήτανε, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μόνος, μου φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απ’ όσα είχα διει όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στεκόμουνε ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, σε μια ταπείνωση που μήτε γινότανε πιο μεγάλη, και φαρμάκωνε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στεκόμουνε όρθιος και κοίταζα αψηλά αψηλά κατά τον ου­ρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε να ’χω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στα νου μου τόσες ελπίδες, ποτές δεν ένοιωσα τόσες χαρές. Σαν τ’ ανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θε μου, Θε μου παντοδύναμε, τι νυχτιά ήτανε κείνη! Τι ήτανε, Θε μου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου· — «Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θά­φτουνε; Τώρα μόλις γεννήθηκε, και τώρα πρέπει να πεθάνει; Θε μου παντοδύναμε, μην το θελήσεις! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήσει ένας λαός, για να γίνει έθνος; Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουνε και γιατί καίνε; Ίσως για να μας δείξουνε τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές να ’χουμε και μεις τέτοιους άντρες; Αφτό εδώ το μνήμα παρασταίνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέ­πει να τραβήξει ένας λαός για να φτάσει στο σημάδι όπου έφτασε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερις ανάγκη τους προγόνους του— τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζει δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί μια μέρα και τον ίδιο άλλοι να τον καφκηθούνε.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάνα του δεν μπορεί ν’ αφήσει, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατή­σουμε τη γης· άντρες δε γενήκαμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κι ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήσει ο χαμός μας. Δε μας αφήνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε· προγόνους εκείνοι δεν είχανε! Εμείς, δε θα τ’ αξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε.

Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κι έ­βλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τ’ άλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν ήτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία· ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κι η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε· — «Όσο μεγάλη ήσουνε συ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκανε τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούνε από μέσα από τα σπλάχνα της γης, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτω, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειαστήκανε τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Άναψε η μια σπίθα την άλλη, διαδοθήκανε ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε του αλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγ­κοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιώ της την αμάθεια, την περηφάνια και την τρέλα, να μπορέσει και κείνη να ζήσει το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι μου μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη μου θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ωστόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτέ του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Ρωμιός με τους προγόνους του, νομίζει πως τους μοιάζει, και πειδή σαν τον αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσ­σα, θαρρώντας πως τη διόρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανεί Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κι Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξει. Ας του μοιάξουνε κεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξει κανένας από μας, αν μπορέσει να το καταφέρει. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανεί, κοιμότανε η ποίηση στη Γαλ­λία. Σα μούμια την είχανε οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεν­τόνι. Από μέσα της, με το σμιλάρι και με το ψαλίδι, της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουνε άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνησκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της βάζανε από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια, μαργαριτάρια και φτιασίδι στο μάγουλο. Κειτότανε η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.

Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες καθόντανε αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοιτάζανε από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Φτιάνανε σωρό νόμους δικούς τους, κάνανε κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ’ εβγένεια με­γάλη. Ζωή καμιά! Είχανε πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσιτσιές. Ποιος να καμαρώσει τον άλλονε. Ποιος να πει τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβει κανένας. Ποιος να μη μιλήσει σαν που μιλεί όλος ο κόσμος. Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πει, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειαζότανε αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχανε κάμει τη γλώσσα κι έμοιαζε σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο πα­λάτι, ζούσανε και βασιλέβανε.

Βγήκες τότες εσύ· με μιας άλλαξες τον κόσμο. Όρμησες κι έπεσες μέσα στο παλάτι. Πέταξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζεις· — «Αλήθεια ζητούμε, διψούμε ζωή· μούμιες μας κάνουνε.» Τι θόρυβος και τι κακό έγινε τότες! Μια σκουντιά κι άνοιξες παράθυρα, άπλωσες χέρι κι έσπασες πόρτες· μπήκε μέσα ο ζωντανός αέρας τ’ ουρανού, πλημμύρισε το φως κι είπες στο λαό που στεκότανε όξω· — «Όρσε, αφεντικό μου· δικό σου το παλάτι· δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου· δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»

… Θα το παρατήρησε ο καθένας· αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθει φόβος πως μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει, ή να πάρει κακή ιδέα για μας — μάλιστα όταν τύχει κανείς να φανεί μεγάλος μπροστά μας, να παινεθεί ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουνε — κάτι μέσα μας σπρώ­χνει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δεί­ξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότου μας πλακώσανε οι σκολαστικοί, τόσες φορές βρίσανε όλο το έθνος, τόσες φορές είπανε τη γλώσσα μας βάρ­βαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψει. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τ’ ακούσει κι ο πεθαμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το δρόμο εκείνονε όπου καθόμουνε απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσα με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φλόγες, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στεκότανε κόσμος τριγύρω κι ίσως μπορούσε να μ’ ακούσει·

— Όχι! μην τα πιστέψεις πως γενήκαμε βάρβαροι· μην το πιστέψεις πως έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για πέταμα δεν είναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί να ’χει μόνο μια πρόστυχη ψυχή κι οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σηκώσανε τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουνε· είναι οι χερότεροί μας οχτροί, και γυρέβουνε τώρα να μας βγάλουνε τιποτένιους σ’ όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούνε του λόγου τους κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις αφτά, μην τ’ αψηφήσεις το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσα με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλει. Σου μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψεις, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!

Με τρομάξανε τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γλήγορα και κρυφτόμουνε πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ωστόσο μ’ όλη μου τη θλίψη, μου ερχότανε κάποτες και να γελάσω. Άμα ήθελα να σφουγγίσω τα δάκρυα που μου καίγανε τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχει η γραμματική σας, και στη στιγμή όπου η καρδιά μας πονεί! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώσει από τέτοιο βάσανο — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) — και να πει το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!”

Η Κηδεία του Κωστή Παλαμά

Κωστής Παλαμάς

O Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 δοξασμένος και αυτός αλλά μέσα στη μαυρίλα της γερμανικής κατοχής, σε ηλικία 84 ετών, σχεδόν ίδια με αυτή που πέθανε και ο Ουγκώ. Ο θάνατος του Παλαμά έγινε γρήγορα γνωστός από στόμα σε στόμα και η κηδεία του έγινε με χιλιάδες λαού (κάποιοι τους υπολογίζουν πάνω από μισό εκατομμύριο) να ακολουθούν τη σορό του στο Α΄νεκροταφείο. Μια κηδεία που μετατράπηκε σε μια μεγαλειώδη αντικατοχική συγκέντρωση καθώς τη στιγμή που του απέδιδαν τιμές οι επίσημες αρχές (δοσίλογοι, ιταλοί, γερμανοί κλπ) όλοι όσοι ήταν εκεί έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Βέβαια λίγο πριν ο Άγγελος Σικελιανός που ήταν ένας από τους λογοτέχνες που κουβάλησαν το φέρετρο του ποιητή αντί για επικήδειο, απήγγειλε με την βροντερή φωνή του :

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα, κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό, ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα; Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά, Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ” αστέρια, μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ” τον στα χέρια γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη, πες μ” ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !», ν” αντιβογκήσει τ” όνομά του η οικουμένη ! Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει… κι ακέριος φλέγεται ως με τ” άδυτο ο Ναός, κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα, που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη, τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει. Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Το ίδιο έκανε και ο Σωτήρης Σκίπης με ένα δικό του ποίημα

Στον Κωστή Παλαμά

Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα της απέραντής μας φυλακής, μέσα στο κελί το σκοτεινό μας, δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής κι έπεσες σα δρυς από τα χτυπήματα κάποιων μαύρων ξυλοκόπων στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής, δίχως να προσμείνεις την αχτίδα της καινούργιας Χαραυγής.

Κι έπεσες καθώς από σεισμό πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα κάποιου πανάρχαιου ναού. Σα ναός, οπού χτυπιέται απ’ τα βόλια των βαρβάρων. Σαν τον Παρθενώνα, ήρωα, ποιητή του Αιώνα.

Μάτια στερεμένα από τις τόσες συμφορές, δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.

Θα σε κλάψουνε μια μέρα οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν έναν – ένα, σαν ξυπνήσουν απ’ τη μέθη τους κι αντικρύσουν τι ερημιές εσκορπίσανε στο διάβα τους σ’ αναρίθμητες καρδιές.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου το Αχερούσιο, το στερνό, ω πρωτότοκε αδερφέ μας, όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου οι Έλληνες σε χαιρετάνε. Ο καθένας ένα στίχο σου ψέλνοντας μελωδικό, σε ξεπροβοδάνε με τα μύρια σου τραγούδια, που βουίζουν σα μελίσσια πάνω απ’ Απριλιού λουλούδια, σα να προμηνάνε την Ανάσταση, ω μεγάλε ραψωδέ μας.

Η Φωτογραφία του Ουγκώ του Felix Nadar είναι από το μουσείο Getty  Η Φωτογραφία του Παλαμά της Βούλας Παπαιωάννου είναι από το μουσείο Μπενάκη.

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στην σελίδα μου στο Facebook και ξαναδημοσιεύεται εδώ με μερικές προσθήκες. Το ποίημα του Σκίπη και το απόσπασμα από το ταξίδι μου του Ψυχάρη που δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Η Πρώτη Γυναίκα Φωτογράφος Anna Atkins (1799 –1871)

Η πρώτη Φωτογράφος

Στις αρχές προς τα μέσα του 19ου αιώνα στην μεγάλη παρέα που οφείλουμε την εφεύρεση της φωτογραφίας στην μεγάλη Βρετανία, εκτός από τους τόσους σημαντικούς άντρες, υπήρχε και μια σημαντική γυναίκα, η Άννα Children, που αργότερα που παντρεύτηκε πήρε το επίθετο του άντρα της Atkins. Kόρη του χημικού, μεταλλειολόγου και ζωολόγου John George Children, η Άννα έχασε την μητέρα της πολύ νωρίς και έτσι δέθηκε πολύ με τον πατέρα της που της πρόσφερε μια εξαιρετική και σπάνια για τις γυναίκες της εποχής επιστημονική μόρφωση. Το κύριο ενδιαφέρον της ήταν η βοτανολογία.

Ο John George Children ήταν κολλητός του Sir Humphry Davy που ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χημικούς όλων των εποχών, ενώ ο άντρας της Άννας, ο John Pelly Atkins ήταν πολύ φίλος με τον εφευρέτη της φωτογραφίας William Fox Talbot αλλά και  φίλος του Sir John Frederick William Herschel του νονού της φωτογραφίας (με την έννοια ότι βάπτισε την καινούργια εφεύρεση photography από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις ΦΩΤΟΣ-ΓΡΑΦΗ). Όλη αυτή η μεγάλη παρέα εκτός των άλλων παρακολουθούσε πολύ στενά τα πειράματα του William Fox Talbot με τον νιτρικό άργυρο σε σχέση με την φωτογραφία, αλλά και τις έρευνες του John Herschel σε σχέση με εναλλακτικές φωτοευαίσθητες μεθόδους. Έτσι όταν ο Herschel το 1842 ανακάλυψε την Κυανοτυπία, την έδειξε-δίδαξε στην Άννα και εκείνη αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει για την καταγραφή των διάφορων φυτών της συλλογής της.

anna atkins

Το εξώφυλλο του πρώτου βιβλίου με φωτογραφίες της Άννας Άτκινς

Τον Οκτώβριο του 1843 η Άννα Atkins ξεκίνησε να εκδίδει μόνη της την σειρά βιβλίων Photographs of British Algae: Cyanotype Impressions που αφορούσε τα φύκια της Βρετανίας και περιείχε αυθεντικά πρωτότυπα φωτογράμματα τυπωμένα με την μέθοδο της Κυανοτυπίας, ενώ αργότερα δημοσίευσε και ένα με φτέρες. Αρκετά αντίτυπα σώζονται μέχρι σήμερα. Αυτό την κάνει την πρώτη γυναίκα φωτογράφο, αλλά και την πρώτη φωτογράφο που δημοσίευσε τις φωτογραφίες της σε βιβλίο. Καθώς αυτό που θεωρούσαμε μέχρι πρόσφατα το πρώτο βιβλίο με φωτογραφίες, το The Pencil of Nature  του William Fox Talbot, από τον εκδοτικό οίκο του Λονδίνου Longman, Brown, Green & Longmans,  εκδόθηκε το 1844, οπότε το βιβλίο της Atkins προηγήθηκε.

anna atkins

Μια χαρακτηριστική κυανοτυπία από τις σελίδες του βιβλίου της Άτκινς

 Αρκετοί ιστορικοί ισχυρίζονται πρέπει να θεωρήσουμε ως την πρώτη φωτογράφο την γυναίκα William Talbot  την Constance Talbot, που είναι αποδεδειγμένο ότι τον βοηθούσε στους πειραματισμούς του με την φωτογραφία. Βέβαια ούτε φωτογραφίες με την υπογραφή της Constance Talbot υπάρχουν, αλλά και ούτε φωτογραφίες της Anna Atkins τραβηγμένες με φωτογραφική μηχανή, παρά μόνο τα φωτογράμματα της με τα φυτά. Έτσι είναι ένα θέμα που θα βοηθάει τους ιστορικούς να ερίζουν και να ερευνούν και εμείς να χαιρόμαστε τα αποτελέσματα των ερευνών της.  Εγώ πάντως με τα μέχρι τώρα δεδομένα, θεωρώ την Atkins την πρώτη γυναίκα φωτογράφο και σε αυτή πρέπει να αποδίδουμε τιμές που διέγνωσε από τόσο νωρίς την αξία της φωτογραφίας όσο αφορά τη μετάδοση της επιστημονικής γνώσης.

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Η πρώτη Φωτογραφική συνέντευξη 1886

Η πρώτη συνέντευξη με φωτογραφίες στο Παρίσι του 1886

Η πρώτη φωτογραφική συνέντευξη ή αυτό που αποκαλείται σήμερα σαν η πρώτη σύγχρονη συνέντευξη σε μέσο μαζικής ενημέρωσης, είναι η συνέντευξη που πήρε ο διάσημος φωτογράφος Félix Nadar από τον επίσης διάσημο Γάλλο χημικό και μεγάλο σκεπτικιστή Michel-Eugène Chevreul. Την συνέντευξη φωτογράφισε ο γιός του Nadar Paul,  που ήταν κι αυτός φωτογράφος.

le journal illustre

Η συνέντευξη έγινε με αφορμή τα 100α γενέθλια του Michel-Eugène Chevreul. Μπροστά στον φωτογραφικό φακό δύο μεγάλα πνεύματα του 19ου αιώνα συζητούν για την Φωτογραφία, την θεωρία του χρώματος, για το θέατρο και τον Μολιέρο,  για τις επιστημονικές μεθόδους του Παστέρ, αλλά και για τα αερόστατα που ήταν από τα αγαπημένα θέματα του Nadar, αλλά και για το πως μπορεί κάποιος να ζήσει 100 χρόνια.

Le journal illustre

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό (κάτι σαν εβδομαδιαία εφημερίδα για να είμαστε πιο ακριβείς) Le Journal Illustré στο Παρίσι, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1886 και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Ήταν η πρώτη συνέντευξη που εκτός από το πορτραίτο στο εξώφυλλο και τα κείμενα της, συνοδευόταν από 12 φωτογραφίες κατά την διάρκεια της ίδιας της συνέντευξης.  Είχε τίτλο L’Art de vivre cent ans. Trois entretiens avec Monsieur Chevreul (Η τέχνη του να ζεις 100 χρόνια. Τρείς συνεντεύξεις με τον Κύριο Σεβρέλ).

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Διάσημα Φωτογραφικά Φιλιά

Φιλί στην Times Square

Σήμερα θα αναφερθώ στα διάσημα φιλιά στην ιστορία της Φωτογραφίας. Το πρώτο ήρθε ξανά στην επικαιρότητα και είδα την φωτογραφία να δημοσιεύεται σε διάφορους ιστοχώρους εκτός από τους φωτογραφικούς που την θυμούνται συχνά, γιατί πριν από μερικές μέρες μάθαμε ότι πέθανε η νοσοκόμα που φαίνεται στην φωτογραφία να την φιλάει ο ναύτης. Ναι αυτή είναι η μια από τις φωτογραφίες με τα διάσημα φιλιά. Παρόλο που δεν είμαστε ακόμη σίγουροι για το ποιοι πρωταγωνιστούν σε αυτή την φωτογραφία που τράβηξε ο φωτογράφος του περιοδικού Life Alfred Eisenstaedt (December 6, 1898 – August 23, 1995) στις 14 Αυγούστου του 1945 την V-J Day (Victory over Japan Day). Ο κόσμος ως συνήθως στην Αμερική στις μεγάλες γιορτές και επετείους έχει ξεχυθεί στην πλατεία των Times και ένας μεθυσμένος ναύτης φιλάει όποια γυναίκα βλέπει γύρω του. Ο Alfred Eisenstaedt ήταν εκεί (αλλά και άλλοι φωτογράφοι  όπως ο Victor Jorgensen, αλλά η φωτογραφία του δεν έχει την ίδια δύναμη). Τα υπόλοιπα είναι ιστορία όπως και η ιστορική εκείνη μέρα. Ποτέ στην πραγματικότητα δεν θα μάθουμε ποιοί ήταν οι πρωταγωνιστές του φιλιού. Έρευνες επί ερευνών έχουν γίνει για το συγκεκριμένο θέμα με την πιο πιθανή εκδοχή το ζευγάρι να είναι  η Greta Zimmer Friedman  βοηθός οδοντιάτρου και ο George Mendonsa  βετεράνος του Ειρηνικού. Το πλήθος που γέμισε την πλατεία  και το έντονα φορτισμένο κλίμα της ημέρας  δεν επέτρεψαν στον φωτογράφο να πάρει τα στοιχεία των μοντέλων του.

Το φιλί στην Πλατεία των Τάιμς

Το πασίγνωστο φιλί στην Times Square της Νέας Υόρκης την μέρα της νίκης ενάντια στους Γιαπωνέζους φωτογραφημένο από τον Alfred Eisenstaedt .

Φιλί έξω από το Δημαρχείο στο Παρίσι

Το δεύτερο φιλί της σημερινής ανάρτησης δεν είναι άλλο από το διάσημο φιλί που τράβηξε ο Robert Doisneau (14 Απριλίου του 1912 – 1 Απριλίου του 1994) στο Παρίσι . Ο Robert Doisneau ήταν ο κατεξοχήν φωτογράφος των δρόμων του Παρισιού για πολλές δεκαετίες. Με ένα πολύπλευρο και σημαντικό φωτογραφικό έργο που κέρδισε την αναγνώριση από πολύ νωρίς. Ο ίδιος ο Doisneau παραδέχεται ως «δασκάλους» του και φωτογράφους που το έργο τους τον ενέπνευσε τους Eugène Atget, André Kertész και Henri Cartier-Bresson. Στις 12 Ιουνίου του 1950 ο Doisneau δημοσίευσε στο αμερικάνικο περιοδικό LIFE μια φωτογραφία του με ένα νεαρό ζευγάρι να φιλιέται στο Παρίσι. Ο Γαλλικός της τίτλος,  Le baiser de l’hôtel de ville.  Η φωτογραφία αυτή έχει γίνει πλέον κλασική. Ο τρόπος που έχει τραβηχτεί την κάνει να φαίνεται αυθόρμητη και θα είναι για πάντα το σύμβολο του νεανικού έρωτα. Αλλά ενώ η φωτογραφία φαίνεται να είναι μια αυθόρμητη στιγμή και έτσι νομίζαμε για χρόνια, τελικά ήταν στημένη από τον φωτογράφο και τα “μοντέλα” του. Βέβαια αυτό δεν αφαιρεί τίποτε από την αξία της. Η ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και την μάθαμε την δεκαετία του 90’. Ένα ζευγάρι ο Jean και η Denise Lavergne πίστευαν για χρόνια ότι αυτοί ήταν οι πρωταγωνιστές του φιλιού. Μια φορά που είχαν συναντήσει τον Doisneau την δεκαετία του 80’ σε ένα γεύμα, δεν τους χάλασε το όνειρο και τους άφησε να το πιστεύουν. Όμως το συγκεκριμένο ζευγάρι μετά την τεράστια επιτυχία της φωτογραφίας σκέφτηκε ότι ήρθε ο καιρός τους να κερδίσουν κάτι από αυτή και έκαναν μήνυση στον Doisneau διεκδικώντας αποζημίωση, γιατί όπως ισχυρίζονταν, τους φωτογράφισε χωρίς την άδεια τους.

Στο δικαστήριο αναγκαστικά ο Doisneau απέδειξε με στοιχεία ότι το ζευγάρι της φωτογραφίας ήταν η Françoise Delbart και ο Jacques Carteaud, νέοι τότε ηθοποιοί που τους είδε να φιλιούνται έξω από το δημαρχείο του Παρισιού και του άρεσε τόσο πολύ η σκηνή που τους ζήτησε να επαναλάβουν το φιλί για να τους φωτογραφίσει. Μάλιστα ως μέρος της αμοιβή τους, είχε δώσει στην Françoise Delbart ένα αντίγραφο με την υπογραφή και τη σφραγίδα του, που εκείνη το πούλησε το 2005 σε μια δημοπρασία για 155000 ευρώ.

Το φιλί στο Παρίσι

Le baiser de l’hôtel de ville από τον αεικίνητο φωτογράφο του Παρισιού Robert Doisneau

Φιλί στην Φαντασία του Φωτογράφου

Ερχόμαστε στο τρίτο διάσημο φιλί της σημερινής ανάρτησης . Το 1995 ο David LaChapelle (1963) (τρομερό παιδί της φωτογραφίας στα νιάτα του και της γενιάς μου) έχει αναλάβει την καμπάνια της Diesel. Εμπνέεται από την φωτογραφία της Times Square και στήνει το παρακάτω σκηνικό.  Από την πρώτη στιγμή που την είδα την θεώρησα αριστούργημα και πολύ καλύτερη σαν φωτογραφία από το πρωτότυπο που έδωσε την έμπνευση. Η πορεία της με δικαίωσε καθώς ήδη έχει μπει σε μουσεία. Μια εμπορική φωτογραφία με ταπεινούς διαφημιστικούς σκοπούς ξεπέρασε τον εαυτό της και από τις γιγαντοαφίσσες και τα περιοδικά, βρέθηκε στα μουσεία μοντέρνας τέχνης.

Ένα διαφορετικό φιλί

Καμπάνια της Diesel Jeans για το 1995 φωτογραφημένη από τον David LaChapelle

Ακόμη 2 +2 φιλια

Πρωτα το πιο διάσημο φιλί της μουσικής. Το 1956 ένας φωτογράφος ακολουθεί με ανάθεση την πρώτη εθνική περιοδεία ενός 21χρονου τραγουδιστή. Ο φωτογράφος είναι ο  Alfred Wertheimer και ο τραγουδιστής ο Elvis Presley. Εκεί πριν την συναυλία στο  Mosque Theatre στο Richmond της Virginia ο αδιάκριτος φωτογράφος καταγράφει μια προσωπική στιγμή του τραγουδιστή με ένα κορίτσι που το αποκαλεί για χρόνια το “ραντεβού της ημέρας” αλλά αργότερα μάθαμε ότι είχε όνομα και την έλεγαν Barbara Gray. Αν αυτός ο τραγουδιστής δεν γίνονταν αυτό που ξέρουμε σαν ο Βασιλιάς του Rock & Roll δεν πιστεύω ότι αυτό το φιλί θα γίνονταν ιδιαίτερα γνωστό.

Elvis Presley – Kiss

Όμως αρκετά χρόνια πριν (1922) ο Man Ray καταφέρνει να συνθέσει με την τεχνική του φωτογράμματος το δικό του φιλί που και αυτό έχει μια σπουδαία θέση στην ιστορία της φωτογραφίας. Οπότε δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα αφιέρωμα στα φωτογραφικά φιλιά.

Man Ray – The Kiss

Υπάρχουν κι άλλα διάσημα φιλιά στις μέρες μας πιο σύγχρονα. Αλλά ας αφήσουμε λίγο τον χρόνο να δείξει την αξία αυτών των φωτογραφιών. Ενώ αν μιλήσουμε για φιλιά σε άλλες τέχνες, πιστεύω ότι το φιλί του  Gustav Klimt, που το ζωγράφισε το 1907-8, όσο αφορά την ζωγραφική,

όπως και το φιλί του  Burt  Lankatser και της Deborah Kerr  στην παραλία στην ταινία From Here to Eternity του 1953,  όσο αφορά τον κινηματογράφο, είναι μέχρι στιγμής αξεπέραστα.

From Here to Eternity ( 1953)

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Ο πρώτος Παπαράτσι. Tazio Secchiaroli (1925-1998)

O Tazio Secchiaroli γεννήθηκε στην Ρώμη το 1925. Αμέσως μετά τον πόλεμο και ενώ έκανε δουλειές του ποδαριού, αποφασίσει να γίνει φωτογράφος δρόμου. Στρασάς δηλαδή και βρίσκει δουλεία στο πρακτορείο V.E.D.O . Μαθαίνει το μυστικά του επαγγέλματος δίπλα στον πατέρα του φωτορεπορτάζ στην Ιταλία, Adolfo Porry Pastorel. Η τόλμη του περισσότερο παρά τα φωτογραφικά του εφόδια τον κάνουν γρήγορα να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους μαθητευόμενους και στα 1955 ιδρύει το δικό του γραφείο φωτορεπορτάζ το Roma Press Photo, που καλύπτει από την πολιτική μέχρι τους κοσμικούς της εποχής και το κουτσομπολιό.

Η δουλειά δεν είχε ωράρια. Ο Secchiaroli και οι συνεργάτες του χτενίζουν την Ρώμη μέρα-νύχτα για να βρουν ενδιαφέρουσες φωτογραφίες. Όλα θα αλλάξουν στην καριέρα του την παραμονή του Δεκαπεντάγουστου του 1958. Είναι καλοκαίρι η ζέστη είναι αφόρητη, αλλά όλη η Ρώμη είναι έξω και γιορτάζει το Ferragosto την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Μαζί και όλοι οι επώνυμοι επισκέπτες της. Ο Tazio Secchiaroli μαζί με τους φωτογράφους του πρακτορείο του, Sergio Spinelli, Velio Cioni και τον Elio Sorci, δύο-δύο πάνω στις βέσπες τους τριγυρνάνε στην Βία Βένετο που είναι το στέκι των διάσημων της εποχής μήπως βρουν κανένα ενδιαφέρον θέμα και ο θρύλος αρχίζει.

tazio secchiaroli και Walter Chiari

Ο Ιταλός ηθοποιός Walter Chiari κυνηγάει τον Tazio Secchiaroli γιατί τον φωτογράφισε σε τρυφερό ενσταντανέ με την Άβα Γκάρντερ

Φωτογραφίζει την Anita Ekberg και του άντρα της Anthony Steel, που ξεκαρδίζεται εντελώς μεθυσμένος μπροστά στο φωτογραφικό φακό. Τσακώνουν τον πρώην βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ αγκαλιά με δύο κυρίες που καμία από τις δύο δεν είναι η γυναίκα του. Στο καφέ Bricktop φωτογραφίζουν τρυφερές στιγμές και φιλιά του Tony Franciosa με την συμπρωταγωνίστρια του στην ταινία The Naked Maja, Ava Gardner, ενώ ήταν φρεσκοπαντρεμένος με την δεύτερη γυναίκα του Shelley Winters (να σημειώσουμε ότι η Άβα δεν είχε αφήσει Ιταλό για Ιταλό ηθοποιό που να μην έχει τρυφερές στιγμές, είχε υποκύψει στον μύθο του λατίνου εραστή). Είναι λογικό ότι οι επώνυμοι αντιδρούν σε αυτή την εισβολή στις όχι και τόσο κολακευτικές ιδιωτικές τους στιγμές. Ο Tony Franciosa θέλει να τους ξυλοφορτώσει. Ο βασιλιάς Φαρούκ τους πετάει μια καρέκλα και προσπαθεί να σπάσει τις φωτογραφικές μηχανές, ενώ ένας άλλος φωτογράφος, ο Umberto Guidotti, αποθανατίζει τη στιγμή.

Οι φωτογραφίες δημοσιεύονται τις επόμενες μέρες σε έντυπα στην Ιταλία και σε όλο τον κόσμο και μεγαλώνουν την φήμη του πρακτορείου του Secchiaroli αλλά και τις αμοιβές. Όπως έχει πει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του μέχρι τότε η μεγαλύτερη αμοιβή που είχε πάρει για φωτογραφία του ήταν 3000 λιρέτες, μετά από εκείνες τις δημοσιεύσεις έφτασε και τις 200000 λιρέτες για μια φωτογραφία. Η τεράστια επιτυχία έρχεται μερικούς μήνες μετά στις 5 Νοεμβρίου. Στο εστιατόριο Rugantino γιορτάζει τα γενέθλια της η αριστοκράτισσα Olghina di Robilant με επώνυμους φίλους, ανάμεσα τους και η ηθοποιός Anita Ekberg που ξεκινάει ένα ελαφρύ στριπτίζ και τα αίματα ανάβουν. Πάνω στο τσακίρ κέφι και στον μεταξύ τους ανταγωνισμό, η τουρκάλα χορεύτρια Aiché Nana που βρίσκεται και αυτή στο πάρτι τα πετάει όλα.  Όταν δημοσιεύονται οι φωτογραφίες το σκάνδαλο είναι μεγάλο, αλλά η φήμη του Tazio Secchiaroli εκτοξεύεται.

tazio secchiaroli

Το περιβόητο στριπτίζ της Τουρκαλολιβανέζας Aiché Nana στο Rugantino

Εκείνη την ίδια περίοδο ο Σκηνοθέτης Φρεντερίκο Φελίνι με τον σεναριογράφο Ennio Flaiano ετοιμάζουν μια ταινία για την σύγχρονη Ρώμη ως κέντρο διασκέδασης αλλά και παρακμής των επώνυμων και της υψηλής κοινωνίας και έχει ζητήσει τις συμβουλές του Secchiaroli. Εμπνέεται από τις ιστορίες του και για το σενάριο της ταινίας αλλά και για τον ρόλο του φωτογράφου στην ταινία που ο Flaiano τον ονομάζει Paparazzo. Η ταινία είναι η θρυλική πλέον Ντόλτσε Βίτα (1960). Πρωταγωνιστούν ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη που παίζει έναν κοσμικογράφο τον Marcello Rubini. Το ρόλο του φίλου του πρωταγωνιστή και φωτογράφου στην ταινία παίζει ο Walter Santesso και είναι ο πρώτος παραράτσι. Ένας ρόλος όμως που είναι βασισμένος στη ζωή και τη δράση του Tazio Secchiaroli και τον συνεργατών του. Στην Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε κυρίως τον πληθυντικό παραράτσι αντί παραράτσο που είναι η λέξη στα ιταλικά.

Η ταινία του Φελίνι μας έδωσε δυο καινούργιους όρους. Την Ντόλτσε Βίτα (στα ιταλικά σημαίνει γλυκιά ζωή) που από τότε και μετά σημαίνει την ανέμελη και τρελή διασκέδαση των πλουσίων και τον Παπαράτσι φυσικά, που είναι ο φωτογράφος που προσπαθεί με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο, να φωτογραφίσει τις ιδιωτικές στιγμές των επωνύμων. Όρος που ενώ στις επόμενες δεκαετίες μπορούμε να πούμε ότι ήταν  τίτλος τιμής για κάποιους φωτογράφους καθώς το κοινό διψούσε για αποκαλύψεις από τον ιδιωτικό βίο των διάσημων, ειδικά αν ήταν εξευτελιστικές, μετά από τον θάνατο της Λαίδης Νταϊάνα και του Ντόντι αλ-Φαγιέντ το 1997, όπου υπεύθυνοι για το δυστύχημα θεωρήθηκαν οι Παπαράτσι που τους κυνηγούσαν και δεν τους άφηναν σε χλωρό κλαρί, ο χαρακτηρισμός Παπαράτσι είναι φορτισμένος αρνητικά.

dolce vita paparazzi

Σκηνή από την ταινία του Φελίνι Ντόλτσε Βίτα με ένα τσούρμο Παπαράτσι (ξέρω η σκηνή με την Ανίτα Έκμπεργκ στην Φοντάνα ντι Τρέβι είναι η πιο διάσημη, αλλά δεν κόλαγε στο άρθρο)

Μετά από όλα αυτά ο Secchiaroli εγκατέλειψε το φωτορεπορτάζ και έγινε ο επίσημος φωτογράφος των ταινιών του Φελίνι, προσωπικός φωτογράφος του Μαρτσέλο Μαστρογιάννη και της Σοφίας Λόρεν, αλλά και ο φωτογράφος που προτιμούσαν όλοι οι επώνυμοι να τους φωτογραφίσει στο στούντιο ή στο σπίτι τους. Πέθανε το 1998 αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό φωτογραφικό έργο.

Για τα λεξικολογικά του Παπαράτσι δείτε ένα ωραίο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου

Η ετυμολογία της λέξης Παπαράτσι- Παπαράτσο

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε  και στο τηλέφωνο 6944303397

Οι σημαίες που ξεπέρασαν τον εαυτό τους!

Η αμερικάνικη και η σοβιετική σημαία

Οι σημαίες είναι ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα και από τα πιο δύσκολα στην διαχείριση τους όσο αφορά την φωτογραφική τους αποτύπωση. Συνήθως οι φωτογραφίες που περιέχουν σημαίες ξεπέφτουν σε πολύ φθηνό συμβολισμό ή στην ακόμη πιο φθηνή προπαγάνδα. Στις δύο όμως φωτογραφίες που σας παρουσιάζω σήμερα που σαφέστατα συνομιλούν μέσα στην ιστορία της φωτογραφίας, οι οποίες είναι σίγουρο ότι στήθηκαν και τραβήχτηκαν καθαρά για προπαγανδιστικούς λόγους, πιστεύω ότι η ίδια η φωτογραφική πράξη και το φωτογραφικό αποτέλεσμα ξεπέρασαν τις ταπεινές προθέσεις των δημιουργών.

Να ήταν το εξαιρετικό ταλέντο των φωτογράφων; να ήταν η συγκυρία; να ήταν ότι και οι δύο φωτογραφίες που συνομιλούν στο post μου σήμερα συμβολίζουν το τέλος του τόσο καταστρεπτικού για την ανθρωπότητα 2ου Παγκόσμιου Πολέμου; Τι να φταίει που αυτές οι δύο φωτογραφίες ξεπέρασαν τον εαυτό τους; Ειλικρινά δεν ξέρω. Για αυτό που είμαι απολύτως σίγουρος είναι ότι πρόκειται για δύο αριστουργηματικές φωτογραφίες.

Η Αμερικάνικη Σημαία στην Ιβοζίμα

Αμερικάνοι πεζοναύτες υψώνουν την αμερικάνικη σημαία στην Ιβοζίμα Joseph John Rosenthal 1945

Η σοβιετική σημαία στο Ράιχσταγκ

Στρατιώτης του κόκκινου στρατού υψώνει την σοβιετική σημαία στο Ράιχσταγκ Yevgeny Anan’evich Khaldei 1945

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis

Τρία παιδία που χαίρονται στην αιωνιότητα

Τρία παιδιά στην αιωνιότητα

Στην καινούργια στήλη που εγκαινιάζω στο blog μου ” Φωτογραφίες που συνομιλούν” συνήθως οι φωτογραφίες που θα παρουσιάζω και στις οποίες θα αναφέρομαι θα είναι δύο. Σπάνια θα είναι περισσότερες. Όμως θα ξεκινήσω αυτή την καινούργια σειρά των αναρτήσεων με 3 φωτογραφίες που είναι και σχετικά κοντινές στις χρονιές που τραβήχτηκαν 1946,1951,1954 και μάλιστα χωρίς σχόλια που συνήθως θα συνοδεύουν τα περισσότερα από τα επόμενα ζευγάρια φωτογραφιών που έχω στο μυαλό μου.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η πρώτη είναι μια φωτογραφία που τράβηξε ο Gerald Waller σε ένα ορφανοτροφείο στην Αυστρία το 1946. Μόλις ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός έχει μοιράσει καινούργια παπούτσια στα παιδάκια.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η δεύτερη είναι μια φωτογραφία του Henri Cartier-Bresson που την τράβηξε το 1954 στους δρόμους του Παρισιού. Ο πιτσιρίκος με τις δύο μπουκάλες κρασί.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η τρίτη είναι μια φωτογραφία του δικού μας Δημήτρη Χαρισιάδη του 1951. Ο γνωστός πιτσιρίκος με το αναγνωστικό στα χέρια.

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis