Category Archives: Ποιήματα και Τραγούδια για τη Φωτογραφία

Μια ανθολογία με ποιήματα και τραγούδια σχετικά με τη Φωτογραφία

Ανθολογία ποίησης για την Φωτογραφία

Ανθολογία Ποιήματα και Τραγούδια σχετικά με την Φωτογραφία

Ολοκλήρωσα σε μορφή βιβλίου την πρώτη από όσο γνωρίζω ανθολογία ποίησης που να σχετίζεται με την φωτογραφία. Στην ανθολογία αυτή συμπεριέλαβα και αρκετά τραγούδια, στίχους δηλαδή . Η ανθολογία αυτή δίνεται εντελώς δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή σε όποιον ενδιαφέρεται θα σας αναφέρω την διαδικασία στο τέλος της ανάρτησης. Σας παραθέτω το εξώφυλλο και την εισαγωγή.

Τι νόημα έχει μια ανθολογία ποίησης και τραγουδιών ειδικά για την φωτογραφία το 2019; Ίσως κανένα. Όμως επειδή πιστεύω ότι έχει μεγάλη σημασία να ασχολείται κανείς και με τις δύο τέχνες, δηλαδή και την ποίηση και την φωτογραφία ελπίζω ότι μέχρι την τελευταία σελίδα, το τελευταίο ποίημα αυτής της ανθολογίας θα σας έχω πείσει πόσο χρήσιμο είναι να ξέρουμε πως βλέπουν οι ποιητές μας την φωτογραφία μέσα από τα ποιήματά τους. Η φωτογραφία και η ποίηση είναι τέχνες συγγενικές. Ίσως παραπάνω συγγενικές από αυτό που έρχεται σαν πρώτη σκέψη όταν αναρωτιέται κανείς για τις δυο αυτές τέχνες. Αυτό πίστευα από την πρώτη στιγμή που τράβηξα μια φωτογραφία, ενώ είχα ήδη γράψει τα πρώτα μου ποιήματα. Έτσι ενώ κάποια στιγμή σταμάτησα να γράφω ποιήματα και τραβούσα μόνο φωτογραφίες, συνέχισα με πολύ συνέπεια και πάθος να διαβάζω ποίηση. Το να είναι σε μεγάλο βαθμό ενωμένα στο μυαλό μου ενωμένα η ποίηση και η φωτογραφία οφείλεται και στους αρκετούς καλλιτέχνες από άλλους χώρους, αλλά ειδικά ποιητές, που ασχολήθηκαν με την φωτογραφία. Με τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα σε αυτή την κατηγορία καλλιτεχνών να είναι ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Γιώργος Σεφέρης, αλλά και ο λιγότερο γνωστός αλλά σημαντικός Κλείτος Κύρου. Όπως ποιητές είναι από την άλλη και σπουδαίοι φωτογράφοι. Το σημαντικότερο παράδειγμα τέτοιου καλλιτέχνη που εκτός από ποιητής φωτογράφος είναι και σκέτος ποιητής είναι ένας φωτογράφος που θαυμάζω απεριόριστα εδώ και πολλά χρόνια, ο Misha Gordin.

Στους ποιητές τις περισσότερες φορές αρέσει η φωτογραφία ή οι φωτογραφίες, ακόμη και αν δεν ασχολούνται με τη λήψη οι ίδιοι. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ. Σε μια κριτική του για το σαλόνι του 1859, μια διεθνή έκθεση τέχνης στο Παρίσι, πραγματικά περνάει την νέα τέχνη της φωτογραφίας γενεές δεκατέσσερις. Αυστηρή είναι και η κριτική του Κωστή Παλαμά. Πιο ήπιο είναι το σατυρικό ποιητικό επεισόδιο του Κώστα Καρυωτάκη στη “Δελφική Γιορτή” και η “Ακρόπολη” του Νικόλαου Καλαμάρη. Η πρώτη ανθολογία ποίησης σχετική με την φωτογραφία που δημιούργησα ήταν το 2001 με την ευκαιρία της δημιουργίας του fotoart.gr. Ήταν βέβαια μια μικρή και δισταχτική ανθολογία. Με τα χρόνια μεγάλωσε και έγινε το βιβλίο που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Στην ανθολογία αυτή έχω συμπεριλάβει ποιήματα γνωστών και λιγότερο γνωστών ποιητών, ποιήματα δημοσιευμένα και ποιήματα αδημοσίευτα. ‘Έχω τολμήσει να συμπεριλάβω και δύο δικά μου αδημοσίευτα ποιήματα. Επίσης έχω συμπεριλάβει και στίχους από τραγούδια. Ξέρω ότι αρκετοί θα διαφωνήσουν με αυτή την επιλογή μου, αλλά δεν μπορώ παρά να είμαι συνεπής με την άποψη μου ότι οι στίχοι των τραγουδιών είναι και αυτοί ποίηση. Στην αρχή σκεφτόμουν ότι θα ήθελα στην ανθολογία να συμπεριλάβω και μεταφράσεις ποιημάτων, αλλά τελικά αποφάσισα να συμπεριλάβω μόνο ποιήματα και στίχους που έχουν γραφτεί πρωτότυπα στην Ελληνική γλώσσα.

Αυτά γράφω στην εισαγωγή και ελπίζω να σας βάλουν στο πνεύμα της ανθολογίας.  Για να την αποκτήσετε δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή .pdf η διαδικασία είναι απλή. Με κάνετε φίλο στο facebook και μου την ζητάτε.

https://www.facebook.com/dimitrios.asithianakis

Πόσο νωρίς φεύγει το φως – Κατερίνα Γώγου

Πόσο νωρίς φεύγει το φως – Κατερίνα Γώγου – Ποίημα

Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…

Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα

αργά στα νύχια πατάει η ζωή

μπας και την πάρουμε πρέφα

μακραίνει χάνεται… κοίτα έγινε κουκίδα στρίβει γωνία… πάει… Σκοτεινιάααα!!

Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι

κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων

νύχια δανεικά – πως τους κατάντησαν έτσι – ξένες μασέλες

βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας

μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα.

Είναι εκείνοι του τραίνου – τους θυμάμαι καλά

– που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή

μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού

σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση

για υπερβάλον βάρος.

Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά

χιλιάδες κάνες κεντράρουνε πάνω μας

απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ

κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι

κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό

κι ένα – είδες – όλοι μας τόχουμε –

βυσινιό νεύρο κάτω απ’ το μάτι μας βαράει ακόμα.

Πόσο ακριβή είν’ αδερφέ μου η ζωή

πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε.

Μερικές φορές – μα δεν το βάζω κάτω –

έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά

και γέρνει η παλάτζα

δεν έχει άλλο μπρος

σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου

το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω

γυρίζω πίσω να σωθώ

κι ύστερα δε βρίσκω το δρόμο

γιατί και κει είναι σκατά – σαν να μην τόξερα –

παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας

τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό δεν έχω που να πάω

μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είν’ ανοιχτή

και χώνομαι μέσα

κοιτάω σαν αρπαχτικό που πάνε τα λεφτά

και την αξία χρήσης

Ντελίριουμ Τρέμενς το λεν’ αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ

Βάζω τότε μπροστά όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα

κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό

και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάσουνε τ’ αφτιά τους

κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό

κόβω γύρω γύρω το στόμα τους το μεγαλώνω

κολλάω κει πάνω την ψυχή μου φιλί του θανάτου

και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα

τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί

Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες

το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επεμβάσεις

οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρου

να πάνε να πεθάνουν

Θάνατος στους Αθάνατους

μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει

– Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ – ο δρόμος το στόμα

τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.

Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.

Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι

μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ.

Foto lux – Γιώργος Θεοχάρης

Foto lux – Γιώργος Χ. Θεοχάρης –  Ποίηση

Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.

Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι

μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.

Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα

Στο κέντρο «Εξοχικόν». Με τα μάτια ορθάνοιχτα

αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα

και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ᾽ένα χωριό

πούμαθε τον ηλεκτρισμό μέσ᾽ απ᾽ τα flash του φωτογράφου.

Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές. Με τις λευκές

κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που

ανέβαζαν στα μάτια την ψυχή τους και γίνονταν ωραίες

κάθε φορά που αναμέτριοντουσαν στο κλικ της μηχανής.

Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.

Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,

το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.

Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.

Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.

Σ᾽ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες

θα υπάρξουμε.

Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο

έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.

Ακρόπολη – Νικόλας Κάλας

Ποίηση και Φωτογραφία

Σήμερα στην στήλη ποίηση και τραγούδια για την φωτογραφία δημοσιεύω ένα σχεδόν άγνωστο ποίημα του Νικόλα Κάλα, που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο του Νικόλαου Καλαμάρη. Το ιδιαίτερο σε αυτό το ποίημα είναι ότι ο Κάλας μοιάζει να μην έχει  καθόλου  σε εκτίμηση την φωτογραφία και τους φωτογράφους.

Στο πρώτο πλάνο ο Παρθενός ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη ο ψεύτικος, ο νεκρός ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί από τον Μπουασονά νεκροθάπτη της Ελλάδας – για φόντο χέρια σταυρωμένα μπλεγμένα σε θέση προσευχής εντατικής προσευχής τα χέρια φλύαρα χοντρά εξόχως χοντρά στα δάχτυλα για δαχτυλίδια σύρματα ηλεκτρικά που τρεμοσβούν τη λέξη Ρενάν – ο επίσημος της Ακρόπολης κανδηλανάφτης – πάνου στα μάρμαρα πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια μαλλιά ξέπλεκα της Νταλιλάς αλλά οι τρίχες κομμένες είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα και πηδά σε παλιά μάρμαρα προκλητικά πηδά ανάμεσα σε κολόνες τοποθετημένες φανταστικά από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ – κι όλα αυτά κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας ρεκλάμα οίκου γαλλικού τα χτυπάει σαδικά με μπουνιές στ’ αυτιά μας έχει απόφαση ο αθεόφοβος να ριμάρει με το φεγγάρι ενώ σε νύχτες πανσελήνου ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα κι αφήνει σ’ αυτές χοντρές κοιλιές σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα κολόνες ίσιες πεσμένες μαρμάρινες και άλλες ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ νομισμάτων – τα ρέστα αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες ζουμερά πέφτουν λέξεις εμπνευσμένες από τη φρίκη που μας προξενούν οι κανονιές του Μοροζίνη – τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ λέξεις που απαγγέλλει με ρυθμό μηχανής άντλερ κυρία ηθοποιός εκπορνεύει τ’ αυτιά μας μ’ αδύναμο λάρυγγα οχετό της ψυχής της που χύνει τελικά σε χειροκροτήματα – μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Ο Νικόλας Κάλας ή Νικήτας Ράντος (πραγματικό όνομα: Νικόλαος Καλαμάρης, 27 Μαΐου 1907 – 31 Δεκεμβρίου 1988) ήταν Έλληνας ποιητής. Χρησιμοποιούσε επίσης τα ψευδώνυμα Μ. Σπιέρος και N.Calas στα θεωρητικά και κριτικά του κείμενα. Είναι ένας από τους πρώτους ποιητές που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην δεκαετία του ’30. Γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1907 και ήταν γιος του Ιωάννη Καλαμάρη , εισοδηματία, και της Ρόζας Καρατζά. Από την πλευρά της μητέρας του καταγόταν από την παλιά φαναριώτικη οικογένεια Καρατζά ενώ ήταν απευθείας απόγονος του Γεώργιου Κουντουριώτη και του Μάρκου Μπότσαρη. Εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα σε νεαρή ηλικία και σπούδασε στην Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την περίοδο αυτή, δηλαδή μεταξύ 1924 με 1927 υπήρξε μέλος της Φοιτητικής Συντροφιάς. Το 1933 εξέδωσε ως Νικήτας Ράντος την πρώτη του συλλογή, Ποιήματα, και το 1934 αναχώρησε για το Παρίσι, όπου εντάχθηκε στην υπερρεαλιστική ομάδα. Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου του υπερρεαλισμού, ο Αντρέ Μπρετόν τον κατέταξε στα «πιο φωτεινά και τα πιο τολμηρά» μυαλά της εποχής. Μέχρι το 1937 ζούσε ταξιδεύοντας ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι, όπου τελικά εγκαταστάθηκε μέχρι το 1939, όταν έφυγε για την Λισαβόνα, όπου έμεινε για έναν χρόνο, και μετά μετέβη στην Νέα Υόρκη. Στην δεκαετία του ’60 και του ’70 ταξίδεψε στην Ελλάδα και παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τελικά επέστρεψε στις Η.Π.Α., όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1988. Εκτός από το ποιητικό του έργο μετέφρασε Τ. Σ. Έλιοτ και Λουί Αραγκόν και συνεργάστηκε με ελληνικά και διεθνή περιοδικά όπου δημοσίευε θεωρητικά κείμενα και δοκίμια. Το 1977 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης για την συλλογή του Οδός Νικήτα Ράντου, που είχε δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο Νικόλας Κάλας. Υπήρξε ο πρώτος της γενιάς του που αναγνώρισετη σημασία της ποίησης του Καβάφη . Γενικότερα ο Κάλας διαφοροποιήθηκε από την γενιά του ’30, άσχετα με το αν συγκαταλέγεται σε αυτή, αμφισβητώνταςτην ελληνικότητα που εισήγαγε η γενιά αυτή.

Μαρόκο

Μαρόκο

Μια νύχτα στο Μαρόκο
λαχτάρησα να ζήσω
με μυρωδιές κι αρώματα
φωτιά στα χρώματα.

Μία νύχτα με φεγγάρι
καινούριο κι αναμμένο
μετάξι μαύρο να φορώ
να βάφω το νερό.

Μια νύχτα μόνο τάξε μου
φαρμάκι αν θέλεις στάξε μου, μετά.
Μια νύχτα μόνο τάξε μου
να φέγγω στα ματάκια σου μπροστά.
Μια νύχτα σαν κι αυτή
θάνατο κι αρχή σου ζητώ

Μια νύχτα στη Βεγγάζη
να βγω φωτογραφία
στα φώτα κάποιου βαποριού
στα χέρια τ’ αγοριού

Μια νύχτα με τραγούδι
πεντάρφανο και ξένο
κι αν πιάσουν τ’ άστρα πυρκαγιά
θα πέσουν στη καρδιά.

Στίχοι   Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική   Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη Εκτέλεση Άλκηστις Πρωτοψάλτη

 

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε  και στο τηλέφωνο 6944303397.

Δως μου μια Φωτογραφία

Δως μου μια φωτογραφία

Δώσ’ μου μια φωτογραφία για παρηγοριά,
άπονη καρδιά,
τώρα που θα χωριστούμε και θα πας μακριά,
δώσ’ μου μια φωτογραφία να `χω συντροφιά.

Θα την έχω νύχτα μέρα, φίλο μου πιστό,
θα της λέω τους καημούς μου και θα σε ζητώ
και θα σε ζητώ.

Δώσ’ μου μια φωτογραφία για παρηγοριά,
άπονη καρδιά,
τώρα που θα χωριστούμε και θα πας μακριά,
δώσ’ μου μια φωτογραφία να `χω συντροφιά.

Κι όταν θα κυλάει το δάκρυ στ’ άψυχο χαρτί,
από σένα, θα με νιώθει πιο πολύ αυτή,
πιο πολύ αυτή.

Δώσ’ μου μια φωτογραφία για παρηγοριά,
άπονη καρδιά,
τώρα που θα χωριστούμε και θα πας μακριά,
δώσ’ μου μια φωτογραφία να `χω συντροφιά.

Εξαιρετικό λαικό τραγούδι σε στίχους του Κώστα Βίρβου και μουσική του
Σπύρου Ζαγοραίου που το τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση με φωνητικά της Ζωής Ζαγοραίου

 

Φωτογραφία 1982 – Σαράντης Αλιβιζάτος

Πίνω με το κόκκινο κρασί
του καπνού το κίτρινο φαρμάκι.
Στη φωτογραφία, εγώ κι εσύ
που έκοψα προχτές με ξυραφάκι.

Μου ’δινες το δάκρυ για νερό,
σ’ άρεσε να κάνεις τέτοια αστεία.
Τώρα με μιαν άλλη στο πλευρό
γελάς σε κάποια άλλη φωτογραφία.

Μόνη στο μελάνι της βραδιάς
σκέφτομαι “να σ’ έβλεπα τυχαία”.
Η φωτογραφία, μια βρισιά
τώρα που δεν είμαστε παρέα.

Μου ’δινες το δάκρυ για νερό,
σ’ άρεσε να κάνεις τέτοια αστεία.
Τώρα με μιαν άλλη στο πλευρό
γελάς σε κάποια άλλη φωτογραφία.

Στίχοι:   Σαράντης Αλιβιζάτος, Μουσική:   Αντώνης Βαρδής με ερμηνεία της Ελένης Δήμου μαζί με τον Αντώνη Βαρδή

Η φωτογραφία (Το ναυτόπουλο) – Κώστας Χατζής

Γερμένοι οι δυο στην κουπαστή, σφιχτά σφιχτά αγκαλιασμένοι
κι ένα ναυτόπουλο πιο κει, τα παλαμάρια του να δένει.

Ήταν ωραίο το ταξίδι και η μικρή μας ιστορία,
τώρα μια πίκρα έχει μείνει και αυτή η παλιά φωτογραφία.

Ένα γλαρόπουλο ψηλά, σε κοίταζε ερωτευμένο
κι ο καπετάνιος στα καλιά με το τσιμπούκι του σβησμένο.

Ήταν ωραίο το ταξίδι και η μικρή μας ιστορία,
τώρα μια πίκρα έχει μείνει κι αυτή η παλιά φωτογραφία.

Η πρώτη μας η εκδρομή κάποια Παρασκευή του Μάη,
εμείς οι δυο στην κουπαστή κι ένα ναυτόπουλο στο πλάι.

Ήταν ωραίο το ταξίδι και η μικρή μας ιστορία,
τώρα μια πίκρα έχει μείνει κι αυτή η παλιά φωτογραφία.

Υπέροχη μελωδία του Κώστα Χατζή το 1972 σε αυτούς τους τόσο νοσταλγικούς στίχους της  Σώτιας Τσώτου.

Φωτογραφία – Γιάννης Ξανθούλης

Μια ευτυχισμένη Κυριακή του ‘33
κάναμε το αίσθημα σεμνή φωτογραφία
κι ύστερα κάτσαμε να φάμε
στο τραπέζι μας ψητό
σαλάτα, φρούτα και βανίλια παγωτό.

Ο Νίκος είχε άδεια απ’ τη μονάδα
υπηρετούσε κάπου στην Ορεστιάδα
κι ο φωτογράφος μας εφώναζε σε λίγο το πουλί
απ’ το φακό μου θα σας στείλει ένα φιλί.

Κι ύστερα γίναμε ωραία φωτογραφία
και κρεμαστήκαμε μεσ’ την τραπεζαρία
και παν πενήντα τόσα χρόνια
απ’ αυτή τη Κυριακή
και τώρα όλοι είμαστε κάτω απ’ τη γη.

Στίχοι του Γιάννη Ξανθούλη με μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη που τραγουδάει με εξαιρετικό τρόπο η Άλκιστις Πρωτοψάλτη

“O φωτογράφος” Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ο φωτογράφος

Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά, σ’ αυτά εδώ τα μέρη
ο φωτογράφος θα ’πρεπε να ήτανε ξεφτέρι
Να ’ταν τεχνίτης, μερακλής κι απ’ ομορφιά να ξέρει

Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά ας ήμουν φωτογράφος
Να υπηρετώ την ομορφιά με τέχνη και με πάθος

Να ’ρχοντ’ ομορφοκόριτσα και λαϊκές παρέες
να παίρνουν πόζες όμορφες, καμαρωτές κι ωραίες
για εικοσιτετράωρες και εβδομαδιαίες

αυτό το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) έχει μελοποιηθεί από τον  Σταύρο Κουγιουμτζή και έχει τραγουδηθεί σε διάφορες εκτελέσεις, αλλά δεν μου αρέσει καθόλου σαν τραγούδι, ενώ το ποίημα είναι εκπληκτικό