Στην σειρά Μικρά Φωτογραφικά Λευκώματα του fotoart είναι έτοιμο ακόμη ένα φωτογραφικό μου λεύκωμα με τίτλο “Θαλασσογραφίες”. Περιλαμβάνει 22 φωτογραφίες με αντανακλάσεις στο θαλασσινό νερό.
Όσοι φίλοι του fotoart το θέλουν δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή τότε μπορούν να μου το ζητήσουν με ένα email ή με μήνυμα στο facebook.
Η Diane Arbus γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου του 1923 και πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1971 στην Νέα Υόρκη. Το πατρικό της όνομα ήταν Nemerov. Το επίθετο της ήταν το όνομα του εφηβικού της έρωτα του Allan Arbus που ήταν φωτογράφος και της έδωσε το επίθετο της και την πρώτη της Graflex αμέσως μετά τον γάμο τους το 1941. Αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον της για την φωτογραφία και την ώθησε να παρακολουθήσει μαθήματα φωτογραφίας με την Berenice Abbott, ενώ με επισκέψεις της στην γκαλερί του Alfred Stieglitz, έμαθε για το έργο των φωτογράφων Mathew Brady, Timothy O’Sullivan, Paul Strand, Bill Brandt και του Eugène Atget.
Το 1946 αμέσως μετά τον πόλεμο με τον άντρα της ίδρυσαν μια φωτογραφική επιχείρηση, την “Diane & Allan Arbus με την ίδια στον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή. Τα μαθήματα που έκανε με τον Alexey Brodovich, αλλά περισσότερο αυτά που έκανε με την φωτογράφο Lisette Model την ώθησαν να επικεντρωθεί στο προσωπικό της φωτογραφικό έργο. Το 1955 συμμετείχε με μια φωτογραφία στην έκθεση του MOMA “The family of the man” σε επιμέλεια του Edward Steichen. Το 1956 ξεκίνησε να φωτογραφίζει στους δρόμους της Νέας Υόρκης με μια Nikon 35mm. To 1958 ξεκίνησε να φτιάχνει λίστες με τα θέματα που την ενδιέφεραν φωτογραφικά και άρχισαν οι αναθέσεις από περιοδικά σαν το Esquire, το Harper’s Bazaar και το Sunday Times Magazine το 1959. Το 1962 η Diane Arbus άρχισε να χρησιμοποιεί μια Rolleiflex με το χαρακτηριστικό τετράγωνο καρέ και από το 1964 μαζί με την Rolleiflex και μια Mamiyaflex, ενώ άρχισε να χρησιμοποίει ηλεκτρονικό φλας στο φως της μέρας.
Το 1963 η Arbus πήρε μια υποτροφία από το ίδρυμα Guggenheim για ένα φωτογραφικό έργο που αφορούσε τις “Αμερικάνικες συνήθειες, ήθη και έθιμα” που ανανεώθηκε το 1967. Το 1967 ήταν μια σημαδιακή χρονιά καθώς η Diane Arbus συμμετείχε στην εμβληματική έκθεση φωτογραφίας του MOMA “New Documents” μαζί με τον Garry Winogrand και τον Lee Friedlander σε επιμέλεια του διευθυντή του φωτογραφικού τμήματος John Szarkowski. Μια έκθεση που προσέλκυσε πάνω από 250.000 επισκέπτες και άλλαξε την αμερικάνικη φωτογραφία. O John Szarkowski παρουσίασε αυτούς τους τρείς νέους φωτογράφους “αντιπροσωπευτικούς μιας νέας γενιάς φωτογράφων που δεν έχουν στόχο την κοινωνική μεταρρύθμιση αλλά να γνωρίσουν τον σύγχρονο κόσμο με μια φωτογραφία που υπογραμμίζει τον παλμό και τις αντιθέσεις της σύγχρονης ζωής και παρουσιάζεται χωρίς ρητορισμούς ή συναισθηματισμούς αλλά με ένα κριτικό παρατηρητικό μάτι”. Η Diane Arbus δυστυχώς έχοντας προβλήματα κατάθλιψης το 1971 αυτοκτόνησε. Το 1972 είναι η πρώτη φωτογράφος που παρουσιάστηκε με ατομική έκθεση στην μπιενάλε της Βενετίας. Ενώ την ίδια χρονιά εκδόθηκε και ένα σπουδαίο βιβλίο το “Diane Arbus: an Aperture Monograph” με φωτογραφίες, κείμενα και συνεντεύξεις της.
Το Athens Photo Festival, πιστό στο καθιερωμένο ραντεβού του, θα αποτελέσει για ακόμα μια χρονιά τη μεγάλη γιορτή της φωτογραφίας και του σύγχρονου οπτικού πολιτισμού στην Ελλάδα. Το Athens Photo Festival 2019 εγκαινιάζεται την Πέμπτη 13 Ιουνίου στις 20:30 στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138. Το κεντρικό πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης διασταυρώνει φωτογραφικά έργα, βίντεο και εγκαταστάσεις 75 καταξιωμένων και ανερχόμενων καλλιτεχνών από 30 χώρες, ενισχύοντας τον καλλιτεχνικό, κοινωνικό και πολιτικό διάλογο, και τον πειραματισμό με διάφορα οπτικά μέσα. Το εκθεσιακό πρόγραμμα του φεστιβάλ εκτείνεται στους δύο ορόφους του Μουσείου Μπενάκη, καθώς και σε 10 ακόμη χώρους της Αθήνας.
Ένα ευρύ σύνολο δράσεων και πρωτοβουλιών –προβολές, εκπαιδευτικά προγράμματα, ομιλίες, δράσεις δικτύωσης, performances, ομιλίες, παράλληλες εκδηλώσεις– πλαισιώνουν τη φετινή διοργάνωση, συγκροτώντας μια δυναμική πλατφόρμα ανάδειξης της σύγχρονης φωτογραφικής δημιουργίας και αλληλεπίδρασης με την ευρύτερη πολιτιστική κοινότητα. Για το αναλυτικό πρόγραμμα του Athens Photo Festival 2019, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ, www.photofestival.gr. Ελεύθερη είσοδος την ημέρα των εγκαινίων.
David Alan Harvey – Ντέιβιντ Άλαν Χάρβευ Φωτογράφος
Ο David Alan Harvey γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1944 στον Σαν Φραντσίσκο των ΗΠΑ. Με την φωτογραφία ασχολήθηκε από πολύ μικρός όταν με τα χρήματα που μάζευε από το μοίρασμα εφημερίδων και διάφορα θελήματα αγόρασε μια Leica και ξεκίνησε να φωτογραφίζει τους κοντινούς του ανθρώπους, την οικογένεια του και τη γειτονιά του. Έφτιαχνε μάλιστα από πολύ μικρός φωτογραφικά λευκώματα ακόμη και με αυτοπορτραίτα. Σπούδασε στη σχολή δημοσιογραφίας του πανεπιστημίου του Missouri. Η πρώτη του αυτόνομη φωτογραφική δουλειά που την δημοσίευσε σε φωτογραφικό λεύκωμα το 1966 αφορούσε μια οικογένεια εγχρώμων στο Norfolk της Virginia και ονομάζονταν “Tell it like it is”.
O David Alan Harvey συνεργάστηκε με το περιοδικό National Geographic για πάνω από 40 αποστολές σε διάφορα μέρη του κόσμου και ξεκίνησε να κερδίζει βραβεία και αναγνώριση ήδη από το 1978 που κέρδισε το βραβείο Φωτογράφος περιοδικών της χρονιάς από την National Press Photographers Association. Για το National Geographic φωτογράφισε διάφορα θέματα σε όλο τον κόσμο ανάμεσα τους ιστορίες για του νέους στη Γαλλία, το τείχος του Βερολίνου, τον πολιτισμό των Μάγια, αλλά και διάφορα θέμα στην Ευρώπη, το Μεξικό, τους ιθαγενείς στην Νότιο Αμερική αλλά και την Αφρική. Το 1993 έγινε δόκιμο μέλος και το 1997 πλήρες μέλος στο πρακτορείο Magnum.
Στο επόμενο διάστημα ο David Alan Harvey δημοσίευσε τα φωτογραφικά λευκώματα «Cuba» το 2000, «Divided Soul» το 2003, που αφορά την ισπανόφωνη πολιτισμική μετανάστευση στην Αμερική, «Living Proof» που αφορά την κουλτούρα του Hip-Hop και το πιο πρόσφατο «Based on a True Story» το 2012 που χαρακτηρίστηκε σαν ένα από τα σπουδαιότερα φωτογραφικά βιβλία του καιρού μας. Το 2005 κέρδισε πάλι το βραβείο Φωτογράφος της Χρονιάς από την PhotoImaging Manufacturers and Distributors Association. Έχει εκθέσει σε σημαντικά μουσεία και γκαλερί ανά τον κόσμο ανάμεσα τους την Corcoran Gallery of Art, την Nikon Gallery, το Museum of Modern Art in New York και το Virginia Museum of Fine Arts.
Όλα τα τελευταία χρόνια ταυτόχρονα με τις φωτογραφίσεις ο Harvey ασχολήθηκε με την διδασκαλία κυρίως μέσα από δικά του workshops. Αυτό τον έφερε σε επαφή με πολλούς νέους φωτογράφους που τους βοήθησε να ξεκινήσουν την καριέρα τους. Αυτή η ικανότητα του στο mentoring τον οδήγησε στην δημιουργία του περιοδικού Βurn που σκοπό έχει να δώσει ένα βήμα για προώθηση του έργου νέων φωτογράφων και στην έντυπη και στην ηλεκτρονική του μορφή, πράγμα που από μόνο του έχει αναδείξει τον David Alan Harvey σε μια σπουδαία προσωπικότητα της φωτογραφίας.
O Daido (Hiromichi) Moriyama γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1938 στην Οσάκα της Ιαπωνίας. Έκανε μαθήματα φωτογραφίας με τον ο Takeji Iwamiya πριν μετακομίσει στο Τόκιο το 1961 για να εργαστεί σαν βοηθός του Eikoh Hosoe. Το 1964 ξεκίνησε να δουλεύει σαν ελεύθερος επαγγελματίας φωτογράφος αλλά κυρίως να δημιουργεί προσωπικό φωτογραφικό έργο που πολύ γρήγορα εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε σαν σημαντικό. Ήδη από το 1964 πήρε το πρώτο του βραβείο σαν νέος φωτογράφος από την Japan Photo Critics Association.
Το 1968 συμμετείχε στην πρώτη του έκθεση μαζί με τον Shin Yanagisawa στην αίθουσα Ginza Nikon Salon στο Τόκιο, με τίτλο “Pantomime” και εκδόθηκε και το πρώτο του λεύκωμα με τίτλο “Japan: A Photo Theater με κείμενα των Shuji Terayama και Muromachi Shobo. Από εκείνη την στιγμή και μετά ξεκίνησε να γίνεται γνωστός και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να εκδώσει πάρα πολλά λευκώματα (πάνω από 150 ) και να κάνει πάρα πολλές συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις, αλλά από την δεκαετία του 90′ και μετά και πάρα πολλές ατομικές.
Ο Daido Moriyama θεωρείται ο σπουδαιότερος φωτογράφος δρόμου της Ιαπωνίας, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο ένας από τους πιο σημαντικούς καθώς δεν έχει σταματήσει να φωτογραφίζει για περισσότερα από 50 χρόνια. Οι φωτογραφίες του αλλά και οι συνεντεύξεις και τα λευκώματα του έχουν επηρεάσει πολλούς νεότερους φωτογράφους.
Η πιο γνωστή του ρήση που είναι βασισμένη σε μια φωτογραφία του ενός αδέσποτου σκύλου που έχει γίνει διάσημη, είναι ότι νιώθει όταν φωτογραφίζει στους δρόμους της πόλης σαν αδέσποτος σκύλος. Ο Daido Moriyama στην πολύχρονη καριέρα του έχει ασχοληθεί και με άλλα είδη φωτογραφίας εκτός την φωτογραφία δρόμου.
Ο Constantine Manos γεννήθηκε στην Νότια Καρολίνα των HΠΑ το 1934 από γονείς Έλληνες μετανάστες. Ξεκίνησε να φωτογραφίζει από τα 13 του χρόνια που συμμετείχε ενεργά στο φωτογραφικό κλαμπ του γυμνασίου του. Δεν άργησε να γίνει επαγγελματίας φωτογράφος παράλληλα με τις σπουδές του στην αγγλική φιλολογία. Μετά τη θητεία του στο Στρατό δούλεψε για μια περίοδο στην Νέα Υόρκη για τα περιοδικά Esquire, Life, και Look, αλλά από ότι φάνηκε στην συνέχεια αυτού του είδους η εμπορική φωτογραφική δουλειά δεν του ταίριαζε.
Στα 19 του είχε προσληφθεί σαν επίσημος φωτογράφος της συμφωνικής ορχήστρας της Βοστώνης. Οι φωτογραφίες από αυτή την περίοδο συνέθεσαν το πρώτο του φωτογραφικό λεύκωμα το “Portrait of a Symphony” που εκδόθηκε το 1961. Από το 1961 μέχρι το 1963 ο Constantine Manos βρέθηκε στην Ελλάδα και φωτογράφισε σε διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα. Με αυτές τις φωτογραφίες έγινε δόκιμο μέλος του πρακτορείου Magnum το 1963 και πλήρες μέλος το 1965. Οι φωτογραφίες από αυτό το ταξίδι και την διαμονή του στην Ελλάδα εκδόθηκαν το 1972 με τον τίτλο “A Greek Portfolio”, ένα λεύκωμα που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στον κόσμο της φωτογραφίας.
Μετά από την περίοδο της Ελλάδας ο Constantine Manos έζησε στην Βοστώνη όπου τον προσέλαβε η πόλη για ένα μεγάλο φωτογραφικό έργο και έκθεση με το όνομα “Where’s Boston?” με αφορμή τον εορτασμό για τα 200 χρόνια από την ίδρυση της Βοστώνης. Επιλογή από αυτή τη δουλειά είναι το φωτογραφικό λεύκωμα ” Bostonians: Photographs from Where’s Boston?” που εκδόθηκε το 1975. Για το επόμενο πολύ μεγάλο διάστημα ο Constantine Manos συνεργάστηκε με τις εκδόσεις TIME-LIFE σε διάφορες αναθέσεις, ανάμεσα τους και ένα βιβλίο για την Αθήνα. To 1995 προκάλεσε πάλι μεγάλη αίσθηση στον κόσμο της Φωτογραφίας όταν εκδόθηκε το φωτογραφικό του λεύκωμα “American Color”. Την μεγαλύτερη έκπληξη βέβαια προκάλεσε το γεγονός ότι αυτή η δουλειά ήταν έγχρωμη. Ο Manos που με τα τρία προηγούμενα λευκώματα του είχε αποδείξει πόσο σπουδαίος φωτογράφος είναι, με το “American Color”, αλλά και με το “American Color 2” που εκδόθηκε το 2010 τοποθέτησε τον εαυτό του ανάμεσα στους μεγάλους της φωτογραφίας και δημιούργησε πραγματικά ένα ρεύμα για την καλλιτεχνική έγχρωμη φωτογραφία.
Ο Constantine Manos είναι πολυβραβευμένος όπως και τα βιβλία του ενώ πέρα από την καταγωγή του έχει στενή σχέση με την Ελλάδα λόγω και του “Α Greek Portfolio” που το 1999 επανεκδόθηκε με άλλη επιμέλεια και περισσότερες φωτογραφίες. Το 2003 με την ευκαιρία του εορτασμού των 50 χρόνων από την ολοκλήρωση αυτής της φωτογραφικής δουλειάς το 1963, έγινε μια μεγάλη έκθεση στο μουσείο Μπενάκη που περιελάμβανε και 80 ανέκδοτες φωτογραφίες από εκείνη την περίοδο, ενώ όλη αυτή η σειρά φωτογραφιών ανήκει πλέον στην μόνιμη συλλογή του μουσείου.
O Ansel Easton Adams γεννήθηκε στo Σαν Φρανσίσκο στις 20 Φεβρουαρίου του 1902 και πέθανε στις 22 Απριλίου του 1984 στο Μοντερέυ της Καλιφόρνιας. Το ενδιαφέρον του με την φωτογραφία ξεκίνησε από μικρή ηλικία χάρη σε μια Kodak που του χάρισε ο πατέρας του. Ένα ενδιαφέρον που δεν το επικροτούσε η μητέρα του. Στην φωτογραφία ο Ansel Adams υπήρξε αυτοδίδακτος, ενώ αντίθετα σαν σολίστ του πιάνου είχε μια πολύχρονη εκπαίδευση με πολύ καλούς δασκάλους. Από τον πατέρα του ο Ansel Adams επηρεάστηκε όσο αφορά την μεγάλη του αγάπη για την φύση.
Ο Ansel Adams από τα 16 του διάβαζε συστηματικά φωτογραφικά περιοδικά, συμμετείχε σε φωτογραφικούς συλλόγους και επισκέπτονταν εκθέσεις φωτογραφίας και τέχνης. Στα 17 του έγινε μέλος στο Sierra Club που είναι ένας σύλλογος αφιερωμένος στην προστασία της άγριας φύσης και δούλεψε στις εγκαταστάσεις του συλλόγου στο εθνικό πάρκο Yosemite. Η εμπλοκή του για όλη την υπόλοιπη ζωή του με το Sierra Club έπαιξε σπουδαίο ρόλο για τις πρωτοποριακές οικολογικές του ιδέες , όπως και οι επισκέψεις του στο πάρκο Yosemite, καθώς εκεί δημιούργησε ένα μεγάλο μέρος του έργου του. Στα 19 του δημοσίευσε τις πρώτες του φωτογραφίες ενώ η οικογένεια της γυναίκας του που διέθετε ένα μικρό μαγαζάκι στα όρια του πάρκου άρχισε να πουλάει φωτογραφίες του στους επισκέπτες του πάρκου την επόμενη χρονιά. Αυτό το μαγαζάκι είναι σήμερα γνωστό σαν Ansel Adams Gallery.
Ο Ansel Adams υπήρξε πάντοτε υπερδραστήριος και δημιουργικός. Εκτός από σπουδαίος φωτογράφος υπήρξε και σπουδαίος δάσκαλος και μέντορας για νεότερους φωτογράφους. Το 1931 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Smithsonian Institution . Το 1932 συμμετείχε στο ιστορικό γκρουπ f64 που σκοπό είχε την προώθηση της καθαρής φωτογραφίας σε αντίθεση με τις ιδέες του Πικτοριαλισμού που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Το 1933 ξεκίνησε να δημοσιεύει άρθρα σε φωτογραφικά περιοδικά και δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο τεχνικής της φωτογραφίας το ” Making a Photograph”, το 1935. Οι καταθέσεις του στο κογκρέσο και οι φωτογραφίες του έχουν παίξει σπουδαίο ρόλο στην διάσωση και ανακήρυξη πολλών εθνικών πάρκων των ΗΠΑ σαν προστατευόμενες περιοχές. Το 1939 έγινε συντάκτης στο πιο δημοφιλές περιοδικό για τη φωτογραφία και τα ταξίδια το U.S. Camera & Travel.
Το 1940 ο Ansel Adams ξεκίνησε να διδάσκει φωτογραφία σε δικά του σεμινάρια ενώ την ίδια χρονιά δίδαξε στο Art Center School στο Los Angeles. Το 1945 δημιούργησε και οργάνωσε το τμήμα δημιουργικής φωτογραφίας the San Francisco Art Institute που έπαιξε σπουδαίο ρόλο για την επόμενη φουρνιά φωτογράφων και πανεπιστημιακών δασκάλων. Το 1946 χάρη σε μια υποτροφία του ιδρύματος Guggenheim φωτογράφισε τα 27 από τα 28 εθνικά πάρκα των ΗΠΑ. Το 1952 μαζί με άλλους σπουδαίους φωτογράφους ίδρυσαν το περιοδικό APERTURE που σκοπό είχε την προώθηση της καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Το 1955 ξεκίνησε να διδάσκει το δικό του σεμινάριο σταθερά κάθε χρόνο μέχρι το 1981 που το παρακολούθησαν χιλιάδες μαθητές.
Για τις ανάγκες της διδασκαλίας ολοκλήρωσε την θεωρία της προαπεικόνισης και το “Ζωνικό Σύστημα”. Ενώ έγραψε και 5 από τα σπουδαιότερα βιβλία για την τεχνική της φωτογραφίας. “The Camera”, “The Negative”, “The Print”, Natural Light Photography” και το “Artificial Light Photography. Ο Ansel Adams έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο να αρχίσουν να εκθέτους φωτογράφους οι gallery και επίσης σπουδαίο ρόλο στην δημιουργία φωτογραφικών τμημάτων στα μουσεία μοντέρνας τέχνης της Αμερικής. Ο Ansel Adams είναι ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους και δασκάλους φωτογραφίας και μας άφησε σπουδαία παρακαταθήκη με το συνολικό του έργο που είναι οι φωτογραφίες του, τα άρθρα και τα βιβλία του. Βέβαια το σημαντικότερο τμήμα του φωτογραφικού του έργου αφορά την Φωτογραφία Τοπίου.
Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε και στο τηλέφωνο 6944303397.
Το Brassaï είναι ψευδώνυμο του Gyula Halász που γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1899 στο Brassó της Τρανσυλβανίας και πέθανε στις 8 Ιουλίου του 1984 στην Νίκαια της Γαλλίας. O Brassai είναι ένας ακόμη φωτογράφος-μαθητής του André Kertész και ανήκει στον περίφημο κύκλο των Ούγγρων εμιγκρέδων καλλιτεχνών στο Παρίσι του μεσοπολέμου. Σπούδασε γλυπτική και ζωγραφική στην σχολή καλών τεχνών στην Βουδαπέστη. Το 1920 μετανάστευσε στο Βερολίνο όπου δούλεψε σαν δημοσιογράφος ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο σπουδαιότερο πανεπιστήμιο τεχνών της Ευρώπης το τότε Berlin-Charlottenburg Academy of Fine Arts, σημερινό Universität der Künste Berlin.
Σύντομα το 1924 εγκατέλειψε το Βερολίνο για το παγκόσμιο κέντρο της τέχνης εκείνη την εποχή, το Παρίσι. Στο Παρίσι γνώρισε και συναναστράφηκε με μερικούς από τους διασημότερους καλλιτέχνες αργότερα, αλλά τότε στα πρώτα τους βήματα. Παράλληλα με το καλλιτεχνικό του έργο ο Brassaï για λόγους βιοπορισμού ασχολήθηκε και στο Παρίσι με την δημοσιογραφία και ασχολήθηκε με την φωτογραφία για να βγάζει λίγα παραπάνω χρήματα με τα άρθρα του. Όμως τελικά η φωτογραφία ήταν αυτή που του χάρισε αναγνώριση και χρήματα. Τότε υιοθέτησε και το ψευδώνυμο Brassaï που σημαίνει αυτός που είναι από το Brassó, την γενέτειρα πόλη του.
Ήδη από το 1933 εκδόθηκε το πρώτο του φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο “Paris de nuit”, δηλαδή το Παρίσι την νύχτα. Την ίδια χρονιά συμμετείχε από την ίδρυση του στο φωτογραφικό πρακτορείο Rapho του φίλου του Ούγγρου εμιγκρέ Charles Rado. Το πρακτορείο έκλεισε κατά την διάρκεια του 2ου παγκόσμιου πολέμου, αλλά όταν ξανάνοιξε αντιπροσώπευσε μερικούς από τους σπουδαιότερους φωτογράφους του 20ου αιώνα. Το έργο του Brassaï άρχισε να γίνεται γνωστό μετά από τις ατομικές εκθέσεις στο MoMA και σε άλλα μουσεία στην Αμερική ήδη από το 1948 ενώ τα αφιερώματα στο έργο του στις πρώτες φωτογραφικές συναντήσεις στην Arles την δεκαετία του 70′ εκτίναξαν την φήμη του και τον καθιέρωσαν ανάμεσα στους σπουδαίους φωτογράφους του 20ου αιώνα.
Σαν φωτογράφος ο Brassaï είναι πρωτοπόρος καθώς είναι από τους πρώτους φωτογράφους που ασχολήθηκαν τόσο συστηματικά με την νυχτερινή φωτογραφία και με εξαιρετικά αποτελέσματα. Για αυτό το λόγο είναι κυρίως γνωστός για αυτή την πρώτη περίοδο του έργου του. Σπουδαίο είναι και το ζωγραφικό έργο του. Χαρακτηριστική είναι μια φράση του Πικάσο όταν είχε δει πίνακές του, “Brassai κάθεσαι πάνω σε ένα χρυσορυχείο και εσύ ασχολείσαι με το αλατωρυχείο, εννοώντας το ζωγραφικό του έργο που δεν είχε την προβολή που του άξιζε”.
Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε και στο τηλέφωνο 6944303397.
Ανάμεσα στις δεκάδες φωτογραφικές ειδικότητες ευδοκίμησε για αρκετές δεκαετίες στην Ελλάδα μια ειδικότητα φωτογράφου, ο στρασάς φωτογράφος που όπως τουλάχιστον δούλευε στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 50, 60 και 70 δεν την έχω συναντήσει σε άλλες χώρες . Στρασάς και στρασάδες φωτογράφοι ονομάζονταν οι φωτογράφοι του δρόμου. Η ονομασία προέρχεται από την γερμανική λέξη Straße (στραάσε) που σημαίνει δρόμος. Έτσι χαρακτηρίζονταν ο πλανόδιος φωτογράφος συνήθως χωρίς φωτογραφείο. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για να χαρακτηριστεί κανείς στρασάς.
Φωτογραφία από στρασά φωτογράφο τέλος δεκαετίας 40′
Ο πλανόδιος φωτογράφος έβγαινε στον δρόμο σε πολυσύχναστα μέρη, γενικά εκεί που ζευγάρια, οικογένειες φίλοι έκαναν την βόλτα τους. Τραβούσαν φωτογραφίες τον κόσμο, συνήθως έπαιρναν μια προκαταβολή και έδιναν μια κάρτα με το γραφείο τους που συνήθως ήταν σε κάποια κεντρική περιοχή, αλλά δεν χρειάζονταν να έχει βιτρίνα, από όπου ο πελάτης μπορούσε να περάσει να πάρει τις φωτογραφίες μετά από μια εβδομάδα. Για να μην έχουν μεγάλη φύρα στο φιλμ οι στρασάδες φωτογράφοι συνήθως την πρώτη φωτογραφία έκαναν πως την τραβούσαν δεν την τραβούσαν πραγματικά και αν ο πελάτης συμφωνούσε και έδινε την προκαταβολή τότε του έλεγαν κάτσε να τραβήξουμε άλλη μια για σιγουριά μην τυχόν βγήκες με κλειστά μάτια και άλλα τέτοια.
Φωτογραφία από στρασά φωτογράφο σε επαρχιακό πανηγύρι μέσα δεκαετίας 50′
Υπήρχαν πολλών ειδών στρασάδες φωτογράφοι. Αυτόνομοι φωτογράφοι στρασάδες που ήξεραν και να φωτογραφίζουν και να εκτυπώνουν στον σκοτεινό θάλαμο που διέθεταν ένα γραφείο και έκαναν την διαδικασία που ανέφερα πριν. Φωτογράφοι που είχαν υπαλλήλους άλλους φωτογράφους στρασάδες που τους έστελναν στα διάφορα μέρη και οι ίδιοι ασχολούνταν μόνο με την εμφάνιση, εκτύπωση και πώληση των φωτογραφιών. Υπήρχαν φυσικά φωτογράφοι με φωτογραφεία που λειτουργούσαν σαν στρασάδες για να αυξήσουν την πελατεία των μαγαζιών τους και τους τζίρους τους, αλλά και για να γίνουν γνωστοί. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν συνήθως οι φωτογράφοι με φωτογραφεία στις επαρχιακές πόλεις ή με συνοικιακά φωτογραφεία στην Αθήνα .
Φωτογραφία από στρασά φωτογράφο κυριολεκτικά στο δρόμο αρχές δεκαετίας 60′
Πολλοί παλιοί γνωστοί φωτογράφοι ξεκίνησαν σαν στρασάδες και μετά άνοιξαν φωτογραφεία ή και άλλες φωτογραφικές επιχειρήσεις. Ο καλός στρασάς φωτογράφος έπρεπε να συνδυάζει τις φωτογραφικές γνώσεις με την ευχέρεια στις δημόσιες σχέσεις/πωλήσεις. Συναφή αντικείμενα με την φωτογραφία που έκαναν οι στρασάδες φωτογράφοι ήταν οι φωτογραφίες στα ξενοδοχεία και στα κρουαζιερόπλοια και βέβαια οι φωτογραφίες στα νυχτερινά μαγαζιά που στην Ελλάδα γνώρισαν ανάπτυξη τις δεκαετίες 80′ και 90′. Για αρκετά μεγάλο διάστημα υπήρξαν στρασάδες φωτογράφοι που χρησιμοποιούσαν φωτογραφικές μηχανές Polaroind. Αυτού του είδους στρασάδες φωτογράφοι ξέρουμε με σιγουριά ότι υπήρξαν και σε άλλες χώρες, κυρίως τριτοκοσμικές. Υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή στην ταινία UNDER FIRE με έναν τέτοιο φωτογράφο σε ένα κέντρο διασκέδασης υποτίθεται στην Νικαράγουα της δεκαετίας του 70′. Ένας στρασάς με πολαρόιντ που καλά-καλά δεν ξέρει πως λειτουργεί και του δείχνει την χρήση της ο φωτογράφος πρωταγωνιστής της ταινίας.
Φωτογραφία από στρασά φωτογράφο σε δημοφιλή παραλία αρχές 70′
Σαν στρασάς φωτογράφος λειτουργεί και ο συνοικιακός φωτογράφος όταν καλύπτει έκτακτα ή προγραμματισμένα γεγονότα στην περιοχή του όπως σχολικές ή άλλες εκδηλώσεις, παρελάσεις κτλπ. με την διαφορά ότι οι πελάτες ξέρουν που θα αναζητήσουν τις φωτογραφίες. Τις ταραγμένες δεκαετίες μετά τον πόλεμο η ειδικότητα του στρασά φωτογράφου έδωσε επαγγελματική διέξοδο σε πολλούς ανθρώπους ειδικά αριστερούς που δεν ήταν εύκολο να βρουν σταθερή δουλειά μιας και είχαν από πίσω τους συνέχεια την ασφάλεια να ενοχλεί τα αφεντικά τους. Πολλοί συγχέουν τους πλανόδιους με τους υπαίθριους φωτογράφους που είναι εντελώς διαφορετική ειδικότητα που και αυτή ευδοκίμησε στην Ελλάδα και θα αναφερθώ για αυτούς σε άλλη μου ανάρτηση.
Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Μηνά Γεραμά. Ένα σπουδαίο φωτογράφο και άνθρωπο που έφυγε από κοντά μας το 2016. Από εκείνον πρωτοάκουσα τον όρο “Στρασάς Φωτογράφος – Στρασάδες Φωτογράφοι”, όταν τον γνώρισα στις αρχές του 90΄.
Σχετικά άρθρα μπορείτε να διαβάσετε στο παρόν blog είναι
Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε και στο τηλέφωνο 6944303397.
O μετέπειτα διάσημος André Kertész γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1894 στην Ουγγαρία και το πραγματικό του όνομα ήταν Andor Kertész. Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1985 στην Νέα Υόρκη. Ο André Kertész ασχολήθηκε με την φωτογραφία ερασιτεχνικά από πολύ μικρή ηλικία και ήταν αυτοδίδακτος. Ήδη από την πρώτη φωτογραφική του περίοδο στην Ουγγαρία είχε δείξει τις δυνατότητες που είχε, όμως πραγματικά άνθισε φωτογραφικά στο Παρίσι που μετανάστευσε αρκετά μεγάλος στα 30 του και υιοθέτησε το όνομα André. Τα 11 χρόνια που έμεινε στο Παρίσι ήταν δημιουργικότατα και διαμόρφωσε ένα προσωπικό στυλ που βρήκε πολλούς μιμητές και ακόλουθους παρόλο που δεν το παραδέχτηκαν ποτέ. Όμως ξέρουμε με βεβαιότητα ότι βοήθησε πολλούς φωτογράφους που έκαναν τα πρώτα τους βήματα εκείνα τα 11 χρόνια, με καθοδήγηση και φωτογραφικές συμβουλές, αλλά και με στέγη, φαγητό και χαρτζιλίκι.
Στο Παρίσι τράβηξε αρκετές από τις σήμερα πολύ γνωστές φωτογραφίες του και δημιούργησε και τα “Distortions” μια σειρά από παραμορφωμένα γυμνά. Ταυτόχρονα έκανε εκτός από δημοσιεύσεις και τις πρώτες εκδόσεις αλλά και μια από τις πρώτες ατομικές εκθέσεις που έκανε ποτέ φωτογράφος. Το 1936 και με τα σύννεφα του Ναζισμού να μαζεύονται πάνω από την Ευρώπη, ξαναπαίρνει τον δρόμο της μετανάστευσης αυτή τη φορά για την Αμερική. Παρόλο που ποτέ δεν σταμάτησε να δημιουργεί και να προσπαθεί να προωθήσει το προσωπικό του έργο, για μια αρκετά μεγάλη περίοδο δυσκολεύεται πάρα πολύ καλλιτεχνικά. Αργότερα σε συνεντεύξεις του παραδέχεται ότι αυτή η περίοδος της Αμερικής ήταν πολύ πιεστική για εκείνον και από άποψη βιοπορισμού, αλλά και από άποψη καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Ευτυχώς έρχεται σχετικά σύντομα (τουλάχιστον ενώ ο Kertész ζούσε ακόμη) η παγκόσμια αναγνώριση που του δίνει την δυνατότητα να ταξιδέψει και να απελευθερωθεί από τα δεσμά του βιοπορισμού τα οποία τον ανάγκαζαν να κάνει άσχετες φωτογραφικές δουλειές. Σε αυτή την περίοδο που οι αναλυτές του έργου του την ονομάζουν διεθνή συνεχίζει να δημιουργεί μέχρι το 1977 που πεθαίνει η σύντροφος της ζωής του Elizabeth.
Ο André Kertész είναι σπουδαίος φωτογράφος για πάρα πολλούς λόγους και από πολλές απόψεις. Πρώτα από όλα ήταν ένα ανοιχτό μυαλό. Γύρω του δημιουργήθηκε στην Γαλλία αυτό που ξέρουμε σήμερα σαν της άτυπη σχολή της ανθρωπιστικής φωτογραφίας. Τράβηξε φωτογραφία δρόμου, τράβηξε όμως και τοπία πόλης. Έκανε αυτοπορτραίτα ακόμη και στον κουρέα του, αλλά και σκηνοθετημένη φωτογραφία, αλλά το σπουδαιότερο μάθημα μας το πρόσφερε όταν προς το τέλος της ζωής του με μια αυτόματη φωτογραφική μηχανή Polaroid περιορισμένος από την ηλικία και τις φυσικές του δυνάμεις, μέσα στον περιορισμένο χώρο του μικρού διαμερίσματος του στην Νέα Υόρκη, με τα καθημερινά αντικείμενα που τον τριγυρίζουν δημιουργεί πάλι αριστουργηματικές φωτογραφίες και μας δείχνει ότι ο αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να αντλήσει έμπνευση από παντού.
Ο Andor Kertész δεν είχε πρόβλημα με το κροπάρισμα, έκοβε ασύστολα όταν ένιωθε ότι η φωτογραφία του το χρειάζονταν. Πειραματίστηκε και με έγχρωμα φιλμ παρόλο που η ποιότητα όπως ήταν φυσιολογικό δεν τον ικανοποιούσε. Με όλα αυτά μας άφησε μια πολύ σπουδαία φωτογραφική καλλιτεχνική παρακαταθήκη.
Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε και στο τηλέφωνο 6944303397.