Category Archives: Μαθήματα Φωτογραφίας

Εδώ θα βρείτε τα ψηφιακά μαθήματα φωτογραφίας. Άρθρα που είναι μικρά αυτόνομα μαθήματα φωτογραφίας. Όλα τα μαθήματα που θα βρείτε εδώ αφορούν την ιστορία, την αισθητική και την τεχνική της Φωτογραφίας. Οπότε τα μαθήματα φωτογραφίας είναι δομημένα σε 3 άξονες. Μαθήματα για την ιστορία της Φωτογραφίας από το ξεκίνημα της μέχρι σήμερα. Σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της τεχνικής και της αισθητικής του μέσου, αλλά και παρουσιάσεις λευκωμάτων σημαντικών λευκωμάτων και βιβλίων φωτογραφίας. Σε αυτά εδώ τα μαθήματα φωτογραφίας ανεβάζω και άρθρα για τον φωτογραφικό εξοπλισμό. Κυρίως άρθρα για τα χαρακτηριστικά των φωτογραφικών μηχανών και των φακών. Γενικά χρήσιμα μαθήματα Φωτογραφίας. Θα προστίθενται σιγά-σιγά και άλλες υποκατηγορίες όσο πληθαίνουν να άρθρα-μαθήματα.

Robert Doisneau – Ρομπέρ Ντουανό

Robert Doisneau – Ρομπέρ Ντουανό Φωτογράφος

Ο Robert Doisneau γεννήθηκε στις 14 Απριλίου του 1912 και πέθανε την 1η Απριλίου του 1994 στην Γαλλία. Ο κατεξοχήν φωτογράφος των δρόμων του Παρισιού σπούδασε γραφικές τέχνες, χαρακτική και λιθογραφία έναν χώρο πολύ συγγενικό με την φωτογραφία κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου. Στα 16 του άρχισε να ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, αλλά ήταν τόσο καλός που το 1931 βρέθηκε να είναι βοηθός του φωτογράφου André Vigneau. Το 1932 πούλησε την πρώτη του φωτογραφική ιστορία στο περιοδικό Excelsior. Το 1934 ξεκίνησε να εργάζεται σαν φωτογράφος στο διαφημιστικό τμήμα της αυτοκινητοβιομηχανίας Renault, συνεργασία που κράτησε για 5 χρόνια. Τελικά τον έδιωξαν γιατί αργούσε να πάει στην δουλειά το πρωί.

Το 1939 ξεκίνησε την συνεργασία του με τον Charles Rado και το φωτογραφικό πρακτορείο Rapho που του ανέθεσε να ταξιδέψει σε όλη την Γαλλία αναζητώντας ενδιαφέρουσες φωτογραφικές ιστορίες. Τότε διαμορφώθηκε το προσωπικό του φωτογραφικό στυλ με το οποίο έγινε γνωστός στις επόμενες δεκαετίες. Στις αρχές του πολέμου στρατεύτηκε σαν φωτογράφος ενώ συμμετείχε ενεργά στην γαλλική αντίσταση οι γνώσεις του στη χαρακτική και την φωτογραφία φάνηκαν πολύ χρήσιμες στην δημιουργία πλαστών ταυτοτήτων και διαβατηρίων.

Μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε με πολλές εμπορικές φωτογραφικές δουλειές. Είχε συμβόλαιο ακόμη και με την Vogue για φωτογραφήσεις μόδας, αλλά αυτό που πάντα τον συγκινούσε ήταν η φωτογραφία δρόμου. Από το 1946 συμμετείχε μαζί με άλλου σπουδαίους φωτογράφους σαν τον Rene-Jacques, τον Willy Ronis και τον Pierre Jahan, στην ομάδα Le Groupe des XV που σκοπό είχε την αναγνώριση της φωτογραφίας σαν τέχνης ισάξιας με τις υπόλοιπες αναγνωρισμένες τέχνες.

Το 1950 ο Robert Doisneau τράβηξε την πιο γνωστή του φωτογραφία με τίτλο ” Le baiser de l’hôtel de ville”. Είναι το περίφημο φιλί στους πολύβουους δρόμους του Παρισιού που θα μείνει για πάντα το σύμβολο του νεανικού έρωτα. Τέτοιες φωτογραφίες κατέγραφε μέχρι τον θάνατο του το 1994 ο Robert Doisneau και για αυτό θα μείνει στην ιστορία της φωτογραφίας. Για τις πανέμορφες εικόνες από στιγμές της καθημερινότητας που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Στιγμές γεμάτες συγκίνηση, ευαισθησία και χιούμορ με επίκεντρο τον άνθρωπο που χάρη στον φωτογραφικό φακό του Robert Doisneau θα επιζήσουν στην αιωνιότητα. Άλλωστε όπως έλεγε και ο ίδιος “Τα θαύματα της καθημερινής ζωής είναι πάρα πολύ συναρπαστικά. Ακόμη και ο σπουδαιότερος σκηνοθέτης του κινηματογράφου δεν μπορεί να φανταστεί και να σκηνοθετήσει το αναπάντεχο που μπορεί να συναντήσετε την κάθε στιγμή στο δρόμο.

Robert Capa – Ρόμπερτ Κάπα

Robert Capa – Ρόμπερτ Κάπα Φωτογράφος

O Robert Capa γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1913 στη Βουδαπέστη και πέθανε στην Γαλλική Ινδοκίνα στις 25 Μαΐου του 1954. Το πραγματικό του όνομα ήταν Έντρε Φρίντμαν. Στα 17 του βρέθηκε στην Γερμανία πολιτικός εξόριστος και το 1931 το φθινόπωρο γράφτηκε στην σχολή δημοσιογραφίας στην ανώτατη σχολή πολιτικών επιστημών στο Βερολίνο. Με την φωτογραφία ασχολήθηκε για βιοποριστικούς λόγους, όμως τελικά τον κέρδισε από την δημοσιογραφία. Το 1933 μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία βρέθηκε για δεύτερη φορά μετανάστης στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε τον Πολωνό David Simin (David Seymour-Chim), αλλά και την Γερμανίδα Gerta Pohorylle (Gerta Taro) τον μεγάλο του έρωτα.

Στην παρέα των νεαρών που είχε άτυπο δάσκαλο τον André Kertész, συμμετείχε και ο Henri Cartier-Bresson γόνος πλούσιας αριστοκρατικής οικογένειας που είχε αρχίσει να ασχολείται με την φωτογραφία. Τότε υιοθέτησε το ψευδώνυμο Robert Capa που αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένο για την προώθηση της δουλειάς του. Ο πρώτος μεγάλος πόλεμος που κάλυψε – γιατί αυτό έγινε ο Robert Capa, στην ουσία ο πρώτος φωτογράφος πολεμικός ανταποκριτής – ήταν ο ισπανικός εμφύλιος. Εκεί δυστυχώς σκοτώθηκε η σύντροφος του Gerta Taro.

Από τον ισπανικό εμφύλιο εκτός από σπουδαίους φίλους που γνώρισε σαν τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, γνωστή έμεινε και η περίφημη φωτογραφία με τον στρατιώτη των δημοκρατικών την στιγμή που πέφτει νεκρός. Ο επόμενος πόλεμος που κάλυψε ήταν ο Β΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος. Όμως ο πόλεμος που τον έκανε πραγματικά διάσημο ήταν ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος που τον παρακολούθησε βήμα-βήμα. Από τους βομβαρδισμούς στο Λονδίνο, τις μάχες στην βόρειο Αφρική, την απόβαση στην Σικελία και όλο το μέτωπο της Ιταλίας. Όμως στην ιστορία θα μείνουν για πάντα οι έντεκα φωτογραφίες του που σώθηκαν από την πρώτη μέρα της απόβασης στην Νορμανδία στο πρώτο κύμα της απόβασης στην ακτή Ομάχα. Στην συνέχεια φωτογράφισε την απελευθέρωση του Παρισιού, αλλά και όλες τις μάχες μέχρι την απελευθέρωση του Βερολίνου. Μετά τον πόλεμο έκανε ένα μικρό διάλειμμα και στα σταμάτησε τις αποστολές εξαιτίας της σχέσης του με την ηθοποιό Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Έμεινε λίγο στο Χόλυγουντ και δούλεψε εκεί σαν φωτογράφος. Αλλά δεν το άντεξε για πολύ και ο δεσμός τους έληξε μετά από ένα ταξίδι στην Τουρκία.

Στη συνέχεια συνόδεψε με τον φίλο του συγγραφέα Τζών Στάιμπεκ στην Σοβιετική Ένωση. Ήταν ο πρώτος δυτικός φωτογράφος που του επιτράπηκε να την φωτογραφήσει λίγα μόλις χρόνια πριν ο ψυχρός πόλεμος κάνει κάτι τέτοιο εξαιρετικά δύσκολο. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι ίδρυσε μαζί με τους Henri Cartier-Bresson (τον οποίο ο Capa τον έπεισε να ασχοληθεί με την φωτογραφία), William Vandivert, David Seymour και τον George Rodger, το φωτογραφικό πρακτορείο Magnum Photos με σκοπό την διεκδίκηση καλύτερων αμοιβών για τους φωτογράφους και έγινε ο πρώτος πρόεδρος του πρακτορείου. Ένα πρακτορείο που τις επόμενες δεκαετίες συγκέντρωσε τους σπουδαιότερους φωτογράφους του κόσμου σαν μέλη του.

Πριν το τελευταίο ταξίδι του στην Ινδοκίνα πήγε ένα ταξίδι στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ και κάλυψε όλη εκείνη την ταραγμένη περίοδο μαζί με τον συγγραφέα Irwin Shaw. Τελικά ο Robert Capa σκοτώθηκε από μια νάρκη στο Βιετνάμ το 1954 στον πρώτο πόλεμο της Ινδοκίνας όταν ήταν ακόμη σε Γαλλική κατοχή. Ο Robert Capa έζησε μόλις 41 χρόνια. Σε αυτή την σύντομη ζωή του που την έζησε έντονα όσο πιο έντονα μπόρεσε, πρόλαβε να κάνει τόσα που άλλοι φωτογράφοι θα χρειάζονταν τέσσερις ζωές για να τα καταφέρουν.

Φωτογραφίες του Robert Frank

Πορτραίτα που απεικονίζουν τον ίδιο τον Robert Frank

Τις τελευταίες μέρες η φωτογραφία μετράει δυο μεγάλες απώλειες. Τον Peter Lindbergh έναν πολύ γνωστό και προβεβλημένο φωτογράφο μόδας που τον χάσαμε στις 3 Σεπτεμβρίου στα 74 του και τον Robert Frank έναν μύθο της φωτογραφίας που τον χάσαμε στις 9 Σεπτεμβρίου στα 94 του. Για τον Peter Lindbergh δεν έκανα καμία ανάρτηση γιατί πραγματικά με κάλυψαν οι δημοσιεύσεις δεκάδων φίλων μου ακόμη και άσχετων με την φωτογραφία που αναδημοσίευσαν την είδηση από επίσης δεκάδες σχετικούς και άσχετους ιστοτόπους. Μάλλον ήταν λογικό. Mόδα έκανε ο άνθρωπος, μοντέλα και διασημότητες τραβούσε δικαιολογημένη η μεγάλη δημοσιότητα.

Αδικαιολόγητο είναι να περάσει – ειδικά για τον φωτογραφικό κόσμο – ο θάνατος του Robert Frank στα ψιλά. Ο Robert Frank άλλαξε την πορεία της φωτογραφίας δεν ήταν απλά ένας σπουδαίος φωτογράφος. Για αυτό και βλέπετε μια επιμονή στις αναρτήσεις μου για τον Robert Frank και φωτογραφίες πιο πολύ δικές του για να ξέρουμε πως ήταν η φάτσα του μιας και δεν τράβηξε top μοντέλα ώστε να ανεβάσω τέτοιες φωτογραφίες. Έτσι αυτή την ανάρτηση του blog την αφιερώνω στην μνήμη του Robert Frank με φωτογραφίες του από διάφορες φάσεις της ζωής του.

Αιωνία σου η μνήμη Robert Frank!

Robert Frank – Ρόμπερτ Φρανκ

Robert Frank – Ρόμπερτ Φρανκ Φωτογράφος

Πορτραίτο του μεγάλου δασκάλου από τον Richard Avedon

Ο Robert Frank γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1924 στην Ζυρίχη της Ελβετίας και πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου του 2019 στο Inverness στη Nova Scotia του Καναδά. Το 1946 δημιούργησε το πρώτο του χειροποίητο φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο “40 Fotos”. Ο Robert Frank είναι αυτοδίδακτος φωτογράφος, παρόλο που συνεργάστηκε με άλλους φωτογράφους πριν μεταναστεύσει στην Αμερική το 1947 όπου έπιασε δουλειά σαν φωτογράφος μόδας στο Harper’s Bazaar. Ο καλλιτέχνης που τον επηρέασε τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα ήταν ο φωτογράφος σκηνοθέτης και ζωγράφος Jakob Tuggener. Το 1949 το σπουδαίο περιοδικό Camera magazine με διευθυντή τον Walter Laubli, παρουσίασε την δουλειά τους σε ένα αφιέρωμα χαρακτηρίζοντας την σαν την “νέα φωτογραφία της Ελβετίας”. Το φωτογραφικό λεύκωμα Fabrik του Jakob Tuggener θα αποτελέσει επίσης έμπνευση για την μετέπειτα δουλειά του Robert Frank.

Μετά από ένα ταξίδι στην νότια Αμερική θα ξαναγυρίσει στην Αμερική όπου εκτός από συνεργασίες του με περιοδικά θα συμμετάσχει σε εκθέσεις του MoMA, ανάμεσα σε αυτές και με επτά φωτογραφίες του (τις περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο φωτογράφο) στην περίφημη έκθεση με επιμέλεια Edward Steichen, The Family of Man. Εκείνη την περίοδο τέλη 40′ και αρχές 50′, ο Robert Frank διαμόρφωσε άτυπα μαζί με τον Saul Leiter και την Diane Arbus αυτό που αργότερα η Jane Livingston θα ονομάσει φωτογραφική σχολή της Νέας Υόρκης.

Το 1955 χάρη σε μια υποτροφία Guggenheim ταξίδεψε για δύο χρόνια σε πολλές αμερικάνικες πόλεις και τράβηξε συνολικά γύρω στις 26,000 φωτογραφίες. 83 από αυτές τις φωτογραφίες εκδόθηκαν στο διάσημο φωτογραφικό λεύκωμα “The Americans”, το οποίο αρχικά δεν βρήκε εκδότη στην Αμερική και εκδόθηκε στην Γαλλία σαν “Les Américains” από τον Robert Delpire. Οι φωτογραφίες του “The Americans” είχαν πολύ διαφορετικό ύφος σε σχέση με τις μέχρι τότε επικρατούσες τεχνικές στη φωτογραφία και στην εστίαση και στα κάδρα αλλά και στη χρήση χαμηλού τεχνητού φωτισμού. Το σημαντικότερο όμως δεν είναι το ύφος αλλά το περιεχόμενο που δείχνει μια Αμερική διαφορετική από την επικρατούσα φωτογραφική αισιοδοξία της δεκαετίας του 50′ των φωτογράφων του LIFE. Δείχνει κάτω από την επιφάνεια, μια Αμερική ταξική και ρατσιστική.

Ο Robert Frank υψώθηκε με τις φωτογραφίες του στην πρωτοπορία του κινήματος της Αμφισβήτησης. Οι φωτογραφίες του είναι ένας βαθύς φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στην ψευδαίσθηση του Αμερικάνικου ονείρου. Για αυτό τον λόγο όταν γνώρισε τον Jack Kerouac του έγραψε την περίφημη εισαγωγή στην αμερικάνικη έκδοση του λευκώματος, ενώ η γνωριμία του με τον Allen Ginsberg οδήγησε σε μια μακρόχρονη στενή φιλία.

Για τα επόμενα χρόνια ο Robert Frank ασχολήθηκε με την σκηνοθεσία, αλλά συχνά επανέρχονταν στην φωτογραφία με εκθέσεις και λευκώματα. Όμως τίποτε δεν έφτασε στην δυναμική του “The Americans”. To 1972 εκδόθηκε το δεύτερο φωτογραφικό του λεύκωμα, το “The Lines of My Hand”. Εκείνη την περίοδο μετακόμισε στην περιοχή Nova Scotia του Καναδά και από εκεί και πέρα οι δουλειές αλλά και οι εκθέσεις και οι συνεντεύξεις του είναι πολύ επιλεκτικές και σπάνιες.

Richard Avedon – Ρίτσαρντ Άβεντον

Richard Avedon – Ρίτσαρντ Άβεντον Φωτογράφος

O Richard Avedon γεννήθηκε στις 15 Μαίου του 1923 στην Νεα Υόρκη και πέθανε την πρώτη Οκτωβρίου του 2004 στο Σαν Αντώνιο του Τέξας όπου βρίσκονταν για φωτογράφιση. O Richard Avedon ξεκίνησε την ενασχόληση του με την φωτογραφία με την οικογενειακή Kodak Box Brownie ενώ δραστηριοποιήθηκε στον ερασιτεχνικό φωτογραφικό σύλλογο YMHA Camera Club. Ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές στην ποίηση και την λογοτεχνία στο Columbia University αλλά τις εγκατέλειψε στο πρώτο έτος. Τελικά σπούδασε φωτογραφία στο εργαστήριο του Alexey Brodovitch στη σχολή The New School for Social Research.

Το 1944 ξεκίνησε να δουλεύει σαν φωτογράφος στούντιο για ένα πολυκατάστημα, αλλά γρήγορα τον προσέλαβε ο Alexey Brodovitch που ήταν art director στο περιοδικό μόδας Harper’s Bazaar. Η Lillian Bassman που της άρεσαν οι φωτογραφίες του Avedon προώθησε την καριέρα του στο περιοδικό. Το 1945 οι φωτογραφίες του άρχισαν να δημοσιεύονται στο Junior Bazaar και σε ένα χρόνο και στο Harper’s Bazaar. Το 1946 ο Richard Avedon δημιούργησε το δικό του στούντιο και άρχισε να αναλαμβάνει δουλειές και για άλλα περιοδικά. Πάντα μόδα και πορτραίτα.

Όταν η Diana Vreeland έφυγε από το Harper’s Bazaar για τη Vogue το 1962, ο Avedon την ακολούθησε στην αρχή σας απλός φωτογράφος και στην συνέχεια σαν επικεφαλής φωτογράφος του περιοδικού. Τα περισσότερα εξώφυλλα στην Vogue από το 1973 μέχρι το 1988 ήταν δικά του. Στην ουσία ο Avedon διαμόρφωσε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σαν φωτογραφία μόδας στο στούντιο παρόλο που την πρώτη έμπνευση την έδωσε σε όλους ο Martin Munkácsi με τις φωτογραφίες στο φυσικό φως, ο Richard Avedon από το τέλος του 50’ και μετά έδειξε την προτίμηση του στο τεχνητό φως στο στούντιο.

Το 1979 ο Richard Avedon δέχτηκε μια ανάθεση από τον Mitchell A. Wilder διευθυντή του Amon Carter Museum του Τέξας, να φωτογραφίσει την Αμερικάνικη δύση. Ο Richard Avedon έχει εξομολογηθεί ότι την έμπνευση να στρέψει την προσοχή του σε πορτραίτα απλών ανθρώπων την είχε χάρη στα σοβαρά προβλήματα υγείας που είχε από τα μέσα της δεκαετίας του 70’ και χάρη στο φόβο του θανάτου και των γηρατειών. Στο πεντάχρονο αυτό φωτογραφικό έργο, ο Avedon φωτογράφισε 762 απλούς ανθρώπους χρησιμοποιώντας μεγάλη μηχανή στούντιο και τραβώντας συνολικά 17000 πλάκες TRI-X. Το αποτέλεσμα ήταν μια έκθεση φωτογραφίας με τεράστια τυπώματα και η έκδοση του φωτογραφικού λευκώματος “In the American West”. Έκθεση και Φωτογραφικό λεύκωμα είναι από τα πιο δημοφιλή στην ιστορία της φωτογραφίας και τοποθέτησαν τον Avedon μαζί φυσικά με την 50χρονη δουλειά του στο χώρο της φωτογραφίας μόδας, στο πάνθεον τον πολύ μεγάλων φωτογράφων.

Philippe Halsman – Φίλιπ Χάλσμαν

Philippe Halsman – Φίλιπ Χάλσμαν Φωτογράφος

Ο Philippe Halsman γεννήθηκε στην Ρίγα της Λεττονίας στις 2 Μαίου του 1906 και πέθανε στην Νέα Υόρκη στις 25 Ιουνίου του 1979. Η ζωή του ήταν πολύ περιπετειώδης τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στην Δρέσδη, αλλά τον τράβηξε η φωτογραφία από πολύ νωρίς. Ξεκίνησε να εργάζεται σαν φωτογράφος στο Παρίσι και έγινε γνωστός κυρίως για τα πολύ κοντινά, καλά εστιασμένα και με μεγάλη οξύτητα πορτραίτα του που ήταν διαφορετικά από τα πορτραίτα soft focus που ήταν στην μόδα εκείνη την εποχή. Πολύ γρήγορα εξαιτίας της γερμανικής εισβολής μετανάστευσε στην Αμερική.

Ο Philippe Halsman έκανε την πρώτη του επιτυχία στην Αμερική όταν η εταιρεία καλλυντικών Elizabeth Arden του ανέθεσε την φωτογράφιση για την διαφημιστική καμπάνια του καινούργιου κραγιόν “Victory Red” το 1941. Η φωτογραφία του γνωστού μοντέλου Constance Ford με φόντο την αμερικάνικη σημαία τον έκανε διάσημο σε μια μέρα. Ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησε την συνεργασία του με το περιοδικό LIFE και σε λίγο έκανε το πρώτο του εξώφυλλο με μια φωτογράφιση με ένα καπέλο της Lilly Daché. Ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες εκατοντάδες εξώφυλλα για το δημοφιλές περιοδικό.

Την ίδια περίοδο ο Philippe Halsman γνώρισε τον σουρεαλιστή ζωγράφο Salvador Dali και ξεκίνησε μια γόνιμη καλλιτεχνική συνεργασία που είχε σαν αποτέλεσμα διάσημες φωτογραφίες όπως την «Dalí Atomicus» του 1948, μια σουρεαλιστική σκηνή με τον πίνακα του Dali Leda Atomicus στο φόντο, ενώ καβαλέτα, ο ίδιος ο ζωγράφος, μερικές γάτες και ένας κουβάς νερό βρίσκονται στον αέρα. Ο Halsman έχει πει σε συνεντεύξεις του ότι χρειάστηκαν 28 λήψεις μέχρι να φτάσουν στην τελική λήψη. Μια ακόμη διάσημη συνεργία των δύο είναι η φωτογραφία «In Voluptas Mors» του 1951 που βασίστηκε σε ένα σκίτσο του Dali και δείχνει ένα κρανίο που το σχηματίζουν επτά γυμνά γυναικεία σώματα. Η φωτογραφία έχει αντιγραφεί και επηρεάσει άλλους καλλιτέχνες ενώ την ξαναμάθαμε όταν χρησιμοποιήθηκε στην αφίσα της ταινίας «Η σιωπή των αμνών» το 1991. Η συνεργασία με τον Dali είχα σαν αποτέλεσμα και το λεύκωμα που αφορούσε το μουστάκι του Dali με 36 διαφορετικές φωτογραφίες, το Dali’s Mustache το 1954.

Στο τέλος της δεκαετίας του 50’ ο Philippe Halsman άρχισε να προτείνει στους διάσημους που φωτογράφιζε να κάνουν ένα μικρό η μεγαλύτερο πηδηματάκι την στιγμή της φωτογράφισης. Ένα στυλ που τον έκανε ακόμη διασημότερο σαν φωτογράφο.  Διαβάστε το άρθρο περί φωτογραφικού πηδήματος. Αυτού του είδους οι φωτογραφίες οδήγησαν στο φωτογραφικό λεύκωμα Philippe Halsman’s Jump Book με 178 πορτραίτα διασήμων. Ο Halsman με την δημοσιότητα που είχε ό ίδιος και οι φωτογραφίες του, αλλά και τους διάσημους φίλους του που δεν του χαλούσαν χατίρι, κατάφερε να είναι ένα φωτογράφος selebrity, διάσημος και πολυσυζητημένος και ίδιος όπως και οι διάσημοι φίλοι του.

Ο Δημήτρης Ασιθιανάκης είναι φωτογράφος, δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart. Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook Dimitrios Asithianakis. Για τα μαθήματα του fotoart μπορείτε να ρωτήσετε  και στο τηλέφωνο 6944303397

Nobuyoshi Araki – Νομπουγιόσι Αράκι

Nobuyoshi Araki – Νομπουγιόσι Αράκι Φωτογράφος

O Nobuyoshi Araki γεννήθηκε στο Τόκιο της Ιαπωνίας στις 25 Μαΐου του 1940. Είναι μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση στην παγκόσμια φωτογραφία. Είναι γνωστός στον κόσμο της τέχνης με σκέτο το επίθετο του, Araki . Σπούδασε φωτογραφία και κινηματογράφο στο Chiba University από το 1959 μέχρι το 1963. Μετά την αποφοίτηση του εργάστηκε στη διαφημιστική εταιρεία Dentsu όπου το 1968 γνώρισε τη μελλοντική σύζυγο του την κειμενογράφο Yōko Aoki. Η Yōko Aoki έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην κατεύθυνση που πήρε το προσωπικό καλλιτεχνικό φωτογραφικό έργο του Araki. Η πρώτη προσωπική του δουλειά ήταν φωτογραφίες από τον μήνα του μέλιτος όταν παντρεύτηκε με την γυναίκα του. Το portfolio με τίτλο Sentimental Journey (1971). Αυτή η πρώτη παρουσίαση της κοινής τους ζωής μέσα από τις φωτογραφίες του ολοκληρώθηκε με το Sentimental Journey “1972–1992” που ήταν στην πραγματικότητα ένα φωτογραφικό ημερολόγιο που περιελάμβανε φωτογραφίες της γυναίκας του, αυτοπορτραίτα , αλλά και φωτογραφίες των δύο τους να κάνουν έρωτα.

O Nobuyoshi Araki έχει εκδώσει πάνω από 500 φωτογραφικά λευκώματα. Πάρα πολλά από αυτά είναι λευκώματα που τα έχει δημιουργήσει ο ίδιος με ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα σε λίγα αντίτυπα. Αυτά τα χειροποίητα λευκώματα που έφτιαχνε την δεκαετία του 70′, τα έστελνε σε κριτικούς τέχνης αλλά και τυχαίες διευθύνσεις που έβρισκε στον τηλεφωνικό κατάλογο. Έχει ασχοληθεί με διάφορα θέματα κατά την διάρκεια της ζωής του και σε ασπρόμαυρο και σε έγχρωμο. Από καθαρή φωτογραφία δρόμου, όπως οι εκπληκτικές φωτογραφίες παιδιών, μέχρι φύση, ουρανούς, νεκρή φύση και λουλούδια, αλλά και τις φωτογραφίες που τον έκαναν διάσημο. Γυμνά που κινούνται σε μια τεράστια γκάμα μιας και έχει κάνει γυμνά από απλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που φαίνονται σαν ερασιτεχνικές λήψεις, μέχρι άψογα σκηνοθετημένες και φωτισμένες φωτογραφίες με φανερές ή λιγότερο φανερές διάφορες επιδράσεις. Από την ιαπωνική ζωγραφική παράδοση Shunga, που είναι εικονογράφηση ερωτικών περιπτύξεων, μέχρι σαδομαζοχιστικές αναφορές καθώς και εικονογράφηση σκηνών Bontage (τελετουργικό δέσιμο με σκοπό την σεξουαλική ικανοποίηση).

Είναι προφανές ότι η τόσο προκλητική φωτογραφική τέχνη του Nobuyoshi Araki έχει δημιουργήσει πολλές αντιδράσεις και έχει κατηγορηθεί σαν αφελής και πορνογραφική (παρόλο που και ο ίδιος χαρακτηρίζει το έργο του πορνογραφικό και δεν βρίσκει κάτι κακό σε αυτό). Βέβαια κανείς δεν μπορεί να σταθεί αδιάφορος μπροστά στις εικόνες του Araki και πιστεύω πως έχουν άδικο όσο στέκονται μόνο στο πιο δημοφιλές κομμάτι του έργου του που είναι αυτά τα σαδομαζοχιστικά γυμνά, καθώς έχει ένα τεράστιο έργο (μόνο οι φωτογραφίες με τη γάτα του την Chiro που πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 2010 θα μπορούσαν να γεμίσουν πολλά φωτογραφικά λευκώματα). Ο Nobuyoshi Araki είναι ιδιαίτερα αγαπητός στον χώρο της σύγχρονης τέχνης και αγαπημένο παιδί των μουσείων και των gallery, αλλά και σύγχρονων καλλιτεχνών όπως η τραγουδίστρια Björk, η καλλιτέχνης και μοντέλο Saskia de Brauw αλλά και η Lady Gaga, που όλες με άνεση έχουν ποζάρει μπροστά στον φακό του Araki ακόμη και σε πολύ προκλητικές πόζες. Από τα παραπάνω από 500 λευκώματα του έχω ξεχωρίσει μια έκδοση του 2005 από τις εκδόσεις Phaidon που έχει τίτλο “Self, Life, Death” σε επιμέλεια Akiko Miki με αρκετά χαρακτηριστικές φωτογραφίες αλλά και κείμενα των Ian Jeffrey, Akiko Miki, Yuko Tanaka, Jonathan Watkins και του ίδιου του Araki. Επίσης σπουδαία είναι μια έκδοση του 2014 της Taschen με τίτλο Araki by Araki που είναι μια πολύ αντιπροσωπευτική συλλογή των φωτογραφιών του επιλεγμένη από τον ίδιο τον φωτογράφο.

Νίκος Οικονομόπουλος – Nikos Economopoulos

Νίκος Οικονομόπουλος – Nikos Economopoulos Φωτογράφος

Ο Νίκος Οικονομόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1953. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά για πολλά χρόνια. Άρχισε να φωτογραφίζει το 1979 και μέχρι το 1988 ήταν φωτογράφος του σαββατοκύριακου. Τη χρονιά εκείνη παραιτήθηκε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν για να αφιερώσει όλο του το χρόνο στη δημιουργία ενός προσωπικού φωτογραφικού έργου. Η αφορμή ήταν κυρίως ένα βιβλίο με φωτογραφίες του Henry Cartier Bresson. Έμαθε φωτογραφία αγοράζοντας και μελετώντας φωτογραφικά λευκώματα σπουδαίων φωτογράφων. Αλλά η σπουδαιότερη επιρροή είναι ο Josef Koudelka. Γνωρίζονται του κάνει κριτική για τις φωτογραφίες του και τον παροτρύνει να συνεχίσει. Τα επόμενα δύο χρόνια ταξιδεύει και φωτογραφίζει στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

Το 1990 ψηφίζεται δόκιμο μέλος του MAGNUM χάρη σε πρόταση του Κωνσταντίνου Μάνου και αρχίζει να γίνεται γνωστός σε όλο τον κόσμο. Για την δουλειά στα Βαλκάνια βραβεύεται το 1992 με το βραβείο «Mother Jones Award» Το 1994 ψηφίζεται μόνιμο μέλος του MAGNUM και ολοκληρώνει τη δουλειά του στα Βαλκάνια. Φωτογραφίζει επίσης του τσιγγάνους στην Ελλάδα, στα πλαίσια ενός πανευρωπαϊκού project που του ανατέθηκε από τη γαλλική φιλανθρωπική οργάνωση “Federation Internationale des petits freres des Pauvres”.

Το 1995 εκδίδεται το λέυκωμα “In the Balkans” (Abrams) στην Αμερική και στην Ελλάδα με τίτλο “Βαλκάνια” (Libro). Τα χρόνια 1995-96 με ανάθεση της ΔΕΗ φωτογραφίζει τους λιγνιτωρύχους στην Ελλάδα. Φωτογραφίζει και τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, την πόλη του Τόκιο και την γιαπωνέζικη νεολαία. Επίσης, φωτογραφίζει στο Ισραήλ, στη Μολδαβία, στα Αραβικά Εμιράτα, στην Ισπανία, στη Σερβία. Το 1997-98 φωτογραφίζει τους κατοίκους της πράσινης γραμμής στην Κύπρο, τους λαθρομετανάστες στην Ελληνοαλβανική μεθόριο, Φωτογραφίζει στη FYROM, στην Αλβανία, στην Ίμβρο, στην Κορσική, στην Ελληνοτουρκική μεθόριο, ενώ ξεκινάει το νέο το μακροχρόνιο project σχετικά με την Ελληνική διασπορά σε όλο τον τον κόσμο. Το 1999-2000 καλύπτει τη μαζική φυγή των Αλβανών από το Κόσσοβο και φωτογραφίζει στην Τσεχία, τη Γαλλία και τη Σκοτία.

Το 2000 εκδίδεται το φωτογραφικό του λεύκωμα ” Από μηχανής χορός” που περιλαμβάνει φωτογραφίες από πανηγύρια, χορευτές και μουσικούς. Παράλληλα ξεκινά ξανά να φωτογραφίζει στην Τουρκία προκειμένου να ολοκληρώσει ένα μακροχρόνιο προσωπικό έργο για τη γειτονική χώρα όπου έχει βραβευτεί και με το Abdi İpekci. Ο Νίκος Οικονομόπουλος είναι ο μοναδικός φωτογράφος από την Ελλάδα που έγινε μέλος του πρακτορείου MAGNUM. Η εξέλιξη της  δουλειάς του περιλαμβάνει και την έγχρωμη φωτογραφία , ειδικά στα workshops που διδάσκει σε όλο τον κόσμο, που είναι πλέον μια από τις κύριες ασχολίες του.

Το website που μπορείτε να ενημερωθείτε για τα workshop

https://www.ontheroad.gr/

Cuba, Havana. 2014.

Nelly’s – Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη

Nelly’s – Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη Φωτογράφος

H Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1899 στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 17 Αυγούστου 1998 στην Νέα Σμύρνη. Σουγιουλτζόγλου ήταν το πατρικό της ενώ το Σεραϊδάρη ήταν το επίθετο του άντρας της Άγγελου, αλλά έγινε γνωστή σαν φωτογράφος με την αγγλική υπογραφή της, “Nelly’s”. Η οικογένεια της ήταν εύπορη και παρόλο που ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή μπόρεσαν να στείλουν εκείνη και τον αδερφό της στην Δρέσδη της Γερμανίας να σπουδάσουν ζωγραφική. Την Έλλη όμως την κέρδισε αμέσως η νέα τέχνη της Φωτογραφίας που την σπούδασε με δασκάλους τον Hugo Erfurth διάσημο πορτρετίστα και τον Franz Fiedler.

Με την επιστροφή της στην Ελλάδα άνοιξε το δικό της στούντιο φωτογραφίας στην οδό Ερμού και αμέσως τα μέλη της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας έγιναν πελάτες της, αλλά ταυτόχρονα πρόσφυγας ή ίδια φωτογράφισε και τους πρόσφυγες στην Αθήνα μετά από παραγγελία του ιδρύματος Near East Relief. Φωτογραφίζει τις Δελφικές Εορτές που οργανώνουν η Εύα και ο Άγγελος Σικελιανός. Ταυτόχρονα κάνει τα πορτραίτα σε σημαντικές προσωπικότητες σαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωστή Παλαμά. Φωτογραφίζει γυμνές πάνω στην Ακρόπολη τις Mona Paeva και Nikolska, με εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά και ταυτόχρονα με την δημοσίευση δημιουργία θύελλας αντιδράσεων. Παραδόξως μεγάλο τμήμα του πνευματικού κόσμου τάχτηκε στο πλευρό της. Φωτογράφισε τους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου και με την ευκαιρία έκανε μαθήματα στο στούντιο του Dr. Johanes Herzog στην Βρέμη. Το 1939 με παραγγελία της Ελληνικής Κυβέρνησης διακοσμεί με γιγαντοφωτογραφίες το ελληνικό περίπτερο στην έκθεση της Νέας Υόρκης. Παρουσιάζει πρώτη φορά μαζί πορτραίτα νεοελλήνων και νεοελληνίδων σε παράθεση με αρχαία αγάλματα σαν απόδειξη της συνέχειας της Ελληνικής φυλής , αυτή την σειρά την ονομάζει “παραλληλισμοί”.

Όταν ξεσπάει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος η Nelly’s βρίσκεται στην Αμερική και έτσι αντί για μερικούς μήνες που ήταν ο αρχικός της προγραμματισμός θα παραμείνει εκεί για 27 χρόνια. Σημαντικές στιγμές στην καριέρα που έκανε στην Αμερική είναι το εξώφυλλο στο περιοδικό Life τον Δεκέμβριο του 40′ που τιμάει τις νίκες του ελληνικού στρατού στην Αλβανία και μια ακόμη δημοσίευση φωτογραφιών της το 1947. Η Nelly’s όσο ήταν στην Αμερική είχε το δικό της στούντιο στην 57η Οδό, μεταξύ της Πέμπτης Λεωφόρου και της Λεωφόρου Madison στη Νέα Υόρκη. Συχνές ήταν οι εκθέσεις της σε σημαντικές γκαλερί και μουσεία, όπως στην O’Tool Gallery της Νέας Υόρκης ή στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Buffalo. Φωτογραφίες της έχουν αγοράσει σπουδαία μουσεία, όπως το Metropolitan Museum.Το 1966 με τον σύζυγο της επέστρεψαν στην Ελλάδα, αλλά πρακτικά σταμάτησε να φωτογραφίζει. Το 1989 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της. Δώρισε το μεγαλύτερο κομμάτι του φωτογραφικού της έργου της στο Μουσείο Μπενάκη. Έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ εξέδωσε πολλά λευκώματα με φωτογραφίες της.

Manuel Álvarez Bravo – Μάνουελ Αλβαρέζ Μπράβο

Manuel Álvarez Bravo – Μάνουελ Αλβαρέζ Μπράβο Φωτογράφος

Ο Manuel Álvarez Bravo γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1902 στην πόλη του Μεξικού και πέθανε μετά από έναν αιώνα στην ίδια πόλη που γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 2002. Ο Manuel Álvarez Bravo είναι ο πρώτος καλλιτέχνης φωτογράφος του Μεξικού και η σημαντικότερη προσωπικότητα της φωτογραφίας σε όλη την ισπανόφωνη Αμερική. Δεν έκανε σπουδές φωτογραφίας παρόλο που παρακολούθησε μαθήματα τέχνης στην ακαδημία San Carlos. Στην φωτογραφία ήταν αυτοδίδακτος αλλά κάθε του γνωριμία με κάποιο φωτογράφο του ενίσχυε την αγάπη του αυτή. Γνώρισε τον φωτογράφο Hugo Brehme που του έμαθε αρκετά πράγματα για την φωτογραφία. Η γνωριμία του με την φωτογράφο Tina Modotti που την δουλειά της την θαύμαζε από πριν το 1927 τον έφερε σε επαφή με καλλιτεχνικούς κύκλους στην Πόλη του Μεξικού αλλά και με τον Edward Weston που του μίλησε με θερμά λόγια για τις φωτογραφίες του και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει με μεγαλύτερη θέρμη την ενασχόληση του με την φωτογραφία.

Το 1930 η Tina Modotti απελάθηκε από το Μεξικό λόγω των πολιτικών της δραστηριοτήτων και άφησε στον Manuel Álvarez Bravo τον εξοπλισμό της και την δουλειά της στο περιοδικό Mexican Folkways. Τα επόμενα χρόνια η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλο το κόσμο. Το 1938 συναντήθηκε με τον Γάλλο σουρεαλιστή André Breton που τον βοήθησε να κάνει την πρώτη του έκθεση σε άλλη χώρα. Μάλιστα δημιούργησε ένα εξώφυλλο για μια έκδοση των σουρεαλιστών στο Μεξικό, έκδοση που την απαγόρευσε η λογοκρισία αλλά έκανε ακόμη γνωστότερο τον Bravo. Η φωτογραφία αυτή είναι το γυμνό με τίτλο “La buena fama durmiendo”. Ο Manuel Álvarez Bravo υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος για τις επόμενες γενιές μεξικανών φωτογράφων καθώς δίδαξε στην σχολή Escuela Central de Artes Plásticas που τώρα είναι η σχολή καλών τεχνών του Μεξικού, National School of Arts (UNAM). Ενώ την δεκαετία του 60′ δίδαξε στην σχολή Centro Universitario de Estudios Cinematográficos από την οποία έχουν αποφοιτήσει οι σημαντικότεροι Μεξικανοί σκηνοθέτες.

Ο Manuel Álvarez Bravo έχει βραβευτεί με πολλά σημαντικά βραβεία. Ανάμεσα τους έχει τιμηθεί με το Elias Sourasky Arts Prize το 1974, το Premio Nacional de Arte και με υποτροφία του ιδρύματος Guggenheim το 1975, το Ordre des Arts et des Lettres από την Γαλλία το 1982, το Hasselblad Award στην Σουηδία το 1984, Master of Photography Prize από το ICP το 1987, Hugo Erfurth International Photography Award και το βραβείο Agfa Gevaert το 1991, Gold Medal Award από το National Arts Club στη Νέα Υόρκη και το Leica Medal of Excellence στη Γερμανία το 1995 για να αναφέρω μερικά μόνο. Όσο ήταν ακόμη στη ζωή έχει εκθέσει φωτογραφίες του σε πάνω από 150 ατομικές εκθέσεις, ενώ έχει συμμετάσχει σε πάνω από 200 ομαδικές. Είχε συμμετοχή από την περίφημη έκθεση του MoMA του 1955 ” The Family of Man”, μέχρι ατομική έκθεση στο Museum of Modern Art στην Νέα Υόρκη το 1971, αλλά και ατομική έκθεση στην απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο το 2001.