Category Archives: Φωτογραφίες που Συνομιλούν

Φωτογραφίες που συνομιλούν στα δικά μου μάτια. Ερήμην τους ή Επίτηδες μέσα στο ταξίδι της Φωτογραφίας

Το παιδί με την χειροβομβίδα στο σέντραλ παρκ της Νέας Υόρκης το 1962

Το παιδί με την χειροβομβίδα στο σέντραλ παρκ της Νέας Υόρκης το 1962, τέχνη του δρόμου στην Αθήνα του 21ου αιώνα.

Στο κυνήγι της Τέχνης του Δρόμου στην Αθήνα βρήκα και το έργο που σας δείχνω παρακάτω που είναι επηρεασμένο από μια φωτογραφία της Diane Arbus. Την διάσημη φωτογραφία με το παιδί που κρατάει ένα παιχνίδι χειροβομβίδα. Σας τα παραθέτω και τα δύο.

Το παιδί με την χειροβομβίδα στο σέντραλ παρκ της Νέας Υόρκης το 1962

Το παιδί με την χειροβομβίδα στο σέντραλ παρκ της Νέας Υόρκης το 1962

Επειδή τις περισσότερες φορές στις φωτογραφίες τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως δείχνουν, δείτε στο κοντάκτ από εκείνη την φωτογράφιση πως ο μικρός Colin Wood γιός του γνωστού τεννίστα Sidney Burr Wood Jr.,  τρολάρει την Diane Arbus με τις πόζες του, αλλά παρόλα αυτά την βοηθάει να τραβήξει μια από τις γνωστότερες φωτογραφίες της.

Το παιδί με την χειροβομβίδα στο σέντραλ παρκ της Νέας Υόρκης το 1962

Γυμνή Τριάδα με δύο Πεντάδες

Τρεις φωτογραφίσεις γυμνού

Σήμερα στις φωτογραφίες που συνομιλούν θα δούμε τρεις φωτογραφίες. Η πρώτη είναι μια φωτογραφία ενός από τους μεγάλους δασκάλους της φωτογραφίας, του Edward Weston. Μια φωτογραφία που τράβηξε τη βοηθό του και μούσα του (αργότερα γυναίκα του) Charis Wilson. Αυτή η φωτογραφία παρόλο που είναι τραβηγμένη  μέσα στο φτωχικό σπίτι του Edward Weston (που στα χρόνια της μεγάλης ύφεσης  πέρασε μεγάλα ζόρια),  είναι από τις πιο διάσημες στην ιστορία της φωτογραφίας.

Τρεις φωτογραφίσεις γυμνού

Η δεύτερη είναι μια φωτογραφία ενός σημαντικού φωτογράφου που παρόλο που πέθανε νέος στα 50 του άφησε ένα σπουδαίο έργο, του Herb Ritts. Σε μια φωτογράφιση για το εξώφυλλο του περιοδικού Rolling Stone  το 1989 είχε κλείσει τέσσερα από τα σούπερ μοντέλα της εποχής. Τα κορίτσια είναι η  Stephanie Seymour, η Cindy Crawford, η Tatjana Patitz και η Naomi Campbell. Κατά την διάρκεια της φωτογράφισης  του ήρθε η ιδέα για αυτή την φωτογραφία σαφέστατα επηρεασμένος από την φωτογραφία του Weston. Η Christy Turlington δεν ήταν από την αρχή στην φωτογράφιση και την πήραν τηλέφωνο τα υπόλοιπα μοντέλα ώστε να συμμετέχει και εκείνη.

Τρεις φωτογραφίσεις γυμνού

Η τρίτη φωτογραφία είναι ένα σχόλιο πάνω στην φωτογραφία του Herb Ritts από έναν φωτογράφο έκπληξη. Τον Dr. Spock της τηλεοπτικής σειράς  Star Trek ή Χαμένοι στο διάστημα αν προτιμάτε. Το κανονικό του όνομα είναι Leonard Simon Nimoy και εκτός από ηθοποιός, σκηνοθέτης, συνθέτης, τραγουδιστής  και συγγραφέας ήταν και εξαιρετικός φωτογράφος. Αυτή η φωτογραφία ανήκει στην σειρά The Full Body Project που περιλαμβάνει και άλλες αντίστοιχες φωτογραφίες σχόλια επάνω στην δουλειά και άλλων καλλιτεχνών. Τα κορίτσια στην φωτογραφία ήταν τα μέλη ενός θιάσου που παρουσίαζαν  την μπουρλέσκ παράσταση Fat Bottom Revue.

Τρεις φωτογραφίσεις γυμνού

Από την Πράγα στην Αθήνα

Η πρώτη φωτογραφία είναι πασίγνωστη. Από τις φωτογραφίες της εισβολής στην Πράγα το 1968 του Κουντέλκα. Αυτή η φωτογραφία δίνει έμπνευση για την δεύτερη σε έναν μαθητή μου τον Κλεάνθη που τραβάει αυτή εξαιρετική φωτογραφία, το χέρι με ρολόι του με φόντο την Αθήνα και στρατιωτικά οχήματα που ετοιμάζονται για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

Από την Πράγα στην Αθήνα Josef Koudelka   – Prague 1968

Από την Πράγα στην ΑθήναKleanthis Mpantis – Athens 2017

 

 

Σχολείο στα Βαλκάνια

Σχολείο στα Βαλκάνια  30 χρόνια μετά

Με αυτές τις δύο φωτογραφίες όποτε τις βλέπω παθαίνω ότι έπαθα την δεκαετία του 90 σε ένα ταξίδι μου στην Τουρκία που συνέχεια νόμιζα ότι είχα μεταφερθεί με την μηχανή του χρόνου στην Ελλάδα του 1970. Αυτό συμβαίνει και με αυτές τις δύο φωτογραφίες που “συνομιλούν” σήμερα. Η πρώτη είναι του Κωνσταντίνου Μάνου από το A Greek Portfolio και είναι τραβηγμένη την δεκαετία του 60′ σε ένα ελληνικό σχολείο και η δεύτερη λες και είναι τραβηγμένη στο ίδιο σχολείο την ίδια μέρα από άλλη γωνία.

Σχολείο στα Βαλκάνια

Konstantinos Manos – A Greek Portfolio

Σχολείο στα Βαλκάνια

Nikos Economopoulos – Albanians

Δεν είναι όμως έτσι, η δεύτερη φωτογραφία  είναι του Νίκου Οικονομόπουλου και είναι τραβηγμένη σε ένα αλβανικό σχολείο στα Τίρανα το 1991, 30 χρόνια μετά!

Πικτοριαλισμός ή Καθαρή Φωτογραφία;

Σήμερα στις φωτογραφίες που συνομιλούν μια φωτογραφία σε δυο διαφορετικές εκτυπώσεις της Gertrude Käsebier. Η Gertrude Käsebier (1852 – 1934) είναι η πιο σημαντική αμερικανίδα φωτογράφος στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα, αν και σπάνια την αναφέρουν στην ιστορία της φωτογραφίας. Άσκησε σημαντική επιρροή με το έργο της αλλά και με τις απόψεις της καθώς συχνά προωθούσε την ιδέα στις γυναίκες να ασχοληθούν με την φωτογραφία. Με το εξαιρετικό της έργο και τις φεμινιστικές της απόψεις θα ασχοληθώ σε άλλη μου ανάρτηση.

Με αφορμή μια φωτογραφία σε διαφορετικές εκδοχές θέλω να αναρωτηθούμε σχετικά με το ζήτημα αυτού που θα λέγαμε σήμερα λήψη και επεξεργασία μιας φωτογραφίας. Στην εποχή της Γερτρούδης βέβαια σχετικά με το θέμα της λήψης και της εκτύπωσης μιας φωτογραφίας. Το 1899 η Gertrude Käsebier παρουσιάζει μια φωτογραφία που την ονομάζει ” Η Φάτνη” (The Manger). Η φωτογραφία έχει παρουσιαστεί τυπωμένη σε διάφορες εκδοχές, αλλά σε όλες υπάρχει η επίδραση του κινήματος του πικτοριαλισμού που η Gertrude Käsebier, ήταν από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους.

Όλα αυτά μέχρι πρόσφατα που ανακαλύφθηκε το πρωτότυπο αρνητικό  στο αρχείο της και είδαμε  και μια κανονική εκτύπωση της Φάτνης. Μια πρώτη παρατήρηση που έχω να κάνω ότι η Gertrude Käsebier ήταν μια εξαιρετική φωτογράφος κάτι που ήταν γνωστό έτσι κι αλλιώς. Όμως τι λέτε; Ποιά φωτογραφία προτιμάτε; Την δεξιά που είναι μια εκτύπωση πλατινοτυπίας επιλεγμένη ακριβώς για αυτό ατμοσφαιρικό αποτέλεσμα (αν ψάξετε στο ίντερνετ θα βρείτε κι άλλες εκτυπώσεις της ίδιας φωτογραφίας με αντίστοιχες τεχνικές του 19ου αιώνα) ή την αριστερή που είναι μια κανονική ασπρόμαυρη εκτύπωση που η φωτογράφος δεν την παρουσίασε ποτέ έτσι;

Gertrude Käsebier

Δυο Ιστορικά Νεκρικά Πορτραίτα Ουγκώ – Παλαμάς

Το θέμα μου σήμερα δεν είναι γενικά τα νεκρικά πορτραίτα (θα ασχοληθώ με αυτά σε άλλο μου post). Είναι δύο συγκεκριμένα νεκρικά πορτραίτα που κατά την άποψη μου συνομιλούν μέσα στην ιστορία και μας θέτουν τα αιώνια ερωτήματα της ύπαρξης ( πάντα ερήμην τους).

Το πρώτο και χρονικά είναι αυτό του Βίκτωρα Ουγκώ (Victor Marie Vicomte Hugo 1802-1885) που τον φωτογράφησε ο Φελίξ Ναντάρ (Félix Nadar) και το άλλο είναι του Κωστή Παλαμά (1859 -1943) που τον φωτογράφησε η Βούλα Παπαιώαννου. Δύο τιτάνες του πνεύματος από δύο εξαιρετικούς φωτογράφους.

Η Κηδεία του Βίκτωρα Ουγκώ

Βικτώρ Ουγκώ

Ο Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου του 1885 σε ηλικία 83 ετών, πραγματικά πάνω στις πιο μεγάλες δόξες του, με σχεδόν καθολική αποδοχή στη Γαλλία την πατρίδα του, αλλά και παγκόσμια. Την μέρα που πέθανε στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος. Η σορός του έμεινε με τιμητική φρουρά στην αψίδα του Θριάμβου και τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Την ημέρα της κηδείας του την 1η Ιουνίου περίπου 2.000.000 άνθρωποι συνόδευσαν τον νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου στο Πάνθεον που έγινε η τελευταία του κατοικία.

Ο θάνατος του Ουγκώ προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και στην Ελλάδα και απασχόλησε την κοινή γνώμη για αρκετές εβδομάδες. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη των Ελλήνων για τον Ουγκώ που την μέρα της κηδείας του αρκετά καταστήματα στην Αθήνα έμειναν κλειστά για να τον τιμήσουν. Από όλα όσα γράφτηκαν από Έλληνες για τον μεγάλο ποιητή ξεχωρίζω τις αναμνήσεις για την μέρα της κηδείας του που έχει γράψει ο Γιάννης Ψυχάρης στο περίφημο “Το Ταξίδι μου”. Παραθέτω στο σχετικό απόσπασμα.

“Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουνε τ’ άστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατά­στρωμα, ακουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοι­μάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα μου δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές όπως εκείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα ήτανε και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαριά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μου είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιότερο ακόμη απ’ όλα τα λόγια που μου έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε’ Δόξα και μοναξιά.

Προτού να τον πάρει για πάντα η μάβρη γης και η πλάκα να σκεπάσει το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήσει τον ποιητή του, να γονατίσει στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθεί μια μέρα και μια νύχτα στην άκρη της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος όπου είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, βάλανε τους τίτλους του άλλου του νικητή, γράψανε των εργώνε του τα ονόματα. Έτυχε κιόλας, το μάβρο σκέπασμα που είχανε κρεμάσει στην αψίδα, εκείνη την ήμερα, και που έπεφτε από πάνω ίσα με τη μέση, πέφτοντας ν’ αγγίξει με την άκρη του τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στ’ ανάγλυφα της πόρτας. Έμοιαζε τώρα και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, ήτανε να φέρουνε το λείψανο για να τ’ απιθώσουνε από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στεκότανε πολύς λαός, τον πρόσμενε κόσμος πολύς μαζωμένος. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδανε ξεσκεπαστήκανε όλα τα κεφάλια. Πρι να ’ρθει ίσα με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακολουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιόμεστα το λαό που μας περίμενε· μόνο γεμίζανε τα μάτια, μας δάκρυα, γιατί ξέραμε πως δε θα ξαναδιούμε τα καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, πως ποτέ μας δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι, είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προ­σκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη· είχε δίκιο ο λαός να δοξάζει τ’ όνομά του· βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέ­παμε; Κλαίγαμε τον άθρωπο κι όχι μόνο τον ποιητή. Ό,τι κι αν του έκανε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ’ αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριανα­στέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατά­λαβες τώρα που κείτεται πεθαμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούνε;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κοιμότανε έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, μου φαινότανε πως ήτανε ολομόναχος και ξενιτεμένος. Φύ­γανε οι φίλοι· γυρίσανε οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι· γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέσει κρυφά να γονατίσει, ίσως κάτι να του πει. Του κάκου! Μπο­ρεί τώρα ν’ ακουμπήσει πουθενά τ’ ορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουνε και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; Πού θα πέσει, να τον προσκυνήσει; Σε ποιο μέρος θα τραβηχτεί να χύσει όσα δάκρυα έχει μέσα του η καρδιά του; Πώς θ’ αναστενάξει, δίχως να τον ακούσει κανείς; Πώς θα πάει να πει σιγά σιγά στ’ αφτί του περίφημου γέρου· «Παππού μου, παππού μου, έτσι μ’ αφήνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, τέτοια ώρα, για τους πεθαμένους!

Κι ωστόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουνε τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κι έκρυ­φτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ρά­γιζε την καρδιά· πιανότανε η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμει σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξει κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβει κανένας. Όσο ήτανε τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, όπου δεν ήτανε κείνα μπροστά, σηκωνότανε όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυ­πούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούνε τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφηνε τον πόνο να του τρώει κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Ήτανε πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει… Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

Στ’ Ο Ποιητής

Έφυγα και γω τότες από κει πέρα. Γύρεβα μοναξιά ν’ ανασάνει η καρδιά μου. Κι ωστόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ’ έσπρωχνε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Πάντα στεκότανε το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάσει. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ’ είχε καρφωμένο σε κείνο τα μέρος — σα να πρόσμενα, κάτι να διω, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, με γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σερνόμουνε, κυλιόμουνε από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κι η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Λάμπανε αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, καίγανε τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε τα Παρίσι να ξενυχτίσει, να μείνει μπροστά στα μνήμα του ποιητή, ώσπου να σηκώσουνε το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ’ ένα δρόμο σκοτεινό, με τρόπο ν’ αποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

“Δεν ξέρω τι μου κατέβηκε τότες· από την κούραση ήτανε, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μόνος, μου φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απ’ όσα είχα διει όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στεκόμουνε ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, σε μια ταπείνωση που μήτε γινότανε πιο μεγάλη, και φαρμάκωνε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στεκόμουνε όρθιος και κοίταζα αψηλά αψηλά κατά τον ου­ρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε να ’χω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στα νου μου τόσες ελπίδες, ποτές δεν ένοιωσα τόσες χαρές. Σαν τ’ ανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θε μου, Θε μου παντοδύναμε, τι νυχτιά ήτανε κείνη! Τι ήτανε, Θε μου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου· — «Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θά­φτουνε; Τώρα μόλις γεννήθηκε, και τώρα πρέπει να πεθάνει; Θε μου παντοδύναμε, μην το θελήσεις! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήσει ένας λαός, για να γίνει έθνος; Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουνε και γιατί καίνε; Ίσως για να μας δείξουνε τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές να ’χουμε και μεις τέτοιους άντρες; Αφτό εδώ το μνήμα παρασταίνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέ­πει να τραβήξει ένας λαός για να φτάσει στο σημάδι όπου έφτασε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερις ανάγκη τους προγόνους του— τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζει δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί μια μέρα και τον ίδιο άλλοι να τον καφκηθούνε.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάνα του δεν μπορεί ν’ αφήσει, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατή­σουμε τη γης· άντρες δε γενήκαμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κι ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήσει ο χαμός μας. Δε μας αφήνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε· προγόνους εκείνοι δεν είχανε! Εμείς, δε θα τ’ αξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε.

Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κι έ­βλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τ’ άλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν ήτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία· ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κι η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε· — «Όσο μεγάλη ήσουνε συ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκανε τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούνε από μέσα από τα σπλάχνα της γης, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτω, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειαστήκανε τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Άναψε η μια σπίθα την άλλη, διαδοθήκανε ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε του αλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγ­κοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιώ της την αμάθεια, την περηφάνια και την τρέλα, να μπορέσει και κείνη να ζήσει το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι μου μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη μου θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ωστόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτέ του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Ρωμιός με τους προγόνους του, νομίζει πως τους μοιάζει, και πειδή σαν τον αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσ­σα, θαρρώντας πως τη διόρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανεί Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κι Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξει. Ας του μοιάξουνε κεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξει κανένας από μας, αν μπορέσει να το καταφέρει. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανεί, κοιμότανε η ποίηση στη Γαλ­λία. Σα μούμια την είχανε οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεν­τόνι. Από μέσα της, με το σμιλάρι και με το ψαλίδι, της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουνε άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνησκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της βάζανε από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια, μαργαριτάρια και φτιασίδι στο μάγουλο. Κειτότανε η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.

Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες καθόντανε αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοιτάζανε από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Φτιάνανε σωρό νόμους δικούς τους, κάνανε κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ’ εβγένεια με­γάλη. Ζωή καμιά! Είχανε πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσιτσιές. Ποιος να καμαρώσει τον άλλονε. Ποιος να πει τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβει κανένας. Ποιος να μη μιλήσει σαν που μιλεί όλος ο κόσμος. Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πει, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειαζότανε αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχανε κάμει τη γλώσσα κι έμοιαζε σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο πα­λάτι, ζούσανε και βασιλέβανε.

Βγήκες τότες εσύ· με μιας άλλαξες τον κόσμο. Όρμησες κι έπεσες μέσα στο παλάτι. Πέταξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζεις· — «Αλήθεια ζητούμε, διψούμε ζωή· μούμιες μας κάνουνε.» Τι θόρυβος και τι κακό έγινε τότες! Μια σκουντιά κι άνοιξες παράθυρα, άπλωσες χέρι κι έσπασες πόρτες· μπήκε μέσα ο ζωντανός αέρας τ’ ουρανού, πλημμύρισε το φως κι είπες στο λαό που στεκότανε όξω· — «Όρσε, αφεντικό μου· δικό σου το παλάτι· δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου· δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»

… Θα το παρατήρησε ο καθένας· αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθει φόβος πως μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει, ή να πάρει κακή ιδέα για μας — μάλιστα όταν τύχει κανείς να φανεί μεγάλος μπροστά μας, να παινεθεί ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουνε — κάτι μέσα μας σπρώ­χνει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δεί­ξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότου μας πλακώσανε οι σκολαστικοί, τόσες φορές βρίσανε όλο το έθνος, τόσες φορές είπανε τη γλώσσα μας βάρ­βαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψει. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τ’ ακούσει κι ο πεθαμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το δρόμο εκείνονε όπου καθόμουνε απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσα με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φλόγες, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στεκότανε κόσμος τριγύρω κι ίσως μπορούσε να μ’ ακούσει·

— Όχι! μην τα πιστέψεις πως γενήκαμε βάρβαροι· μην το πιστέψεις πως έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για πέταμα δεν είναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί να ’χει μόνο μια πρόστυχη ψυχή κι οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σηκώσανε τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουνε· είναι οι χερότεροί μας οχτροί, και γυρέβουνε τώρα να μας βγάλουνε τιποτένιους σ’ όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούνε του λόγου τους κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις αφτά, μην τ’ αψηφήσεις το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσα με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλει. Σου μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψεις, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!

Με τρομάξανε τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γλήγορα και κρυφτόμουνε πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ωστόσο μ’ όλη μου τη θλίψη, μου ερχότανε κάποτες και να γελάσω. Άμα ήθελα να σφουγγίσω τα δάκρυα που μου καίγανε τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχει η γραμματική σας, και στη στιγμή όπου η καρδιά μας πονεί! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώσει από τέτοιο βάσανο — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) — και να πει το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!”

Η Κηδεία του Κωστή Παλαμά

Κωστής Παλαμάς

O Κωστής Παλαμάς πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 δοξασμένος και αυτός αλλά μέσα στη μαυρίλα της γερμανικής κατοχής, σε ηλικία 84 ετών, σχεδόν ίδια με αυτή που πέθανε και ο Ουγκώ. Ο θάνατος του Παλαμά έγινε γρήγορα γνωστός από στόμα σε στόμα και η κηδεία του έγινε με χιλιάδες λαού (κάποιοι τους υπολογίζουν πάνω από μισό εκατομμύριο) να ακολουθούν τη σορό του στο Α΄νεκροταφείο. Μια κηδεία που μετατράπηκε σε μια μεγαλειώδη αντικατοχική συγκέντρωση καθώς τη στιγμή που του απέδιδαν τιμές οι επίσημες αρχές (δοσίλογοι, ιταλοί, γερμανοί κλπ) όλοι όσοι ήταν εκεί έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Βέβαια λίγο πριν ο Άγγελος Σικελιανός που ήταν ένας από τους λογοτέχνες που κουβάλησαν το φέρετρο του ποιητή αντί για επικήδειο, απήγγειλε με την βροντερή φωνή του :

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα, κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό, ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα; Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά, Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ” αστέρια, μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ” τον στα χέρια γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη, πες μ” ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !», ν” αντιβογκήσει τ” όνομά του η οικουμένη ! Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! Σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει… κι ακέριος φλέγεται ως με τ” άδυτο ο Ναός, κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα, που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη, τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει. Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Το ίδιο έκανε και ο Σωτήρης Σκίπης με ένα δικό του ποίημα

Στον Κωστή Παλαμά

Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα της απέραντής μας φυλακής, μέσα στο κελί το σκοτεινό μας, δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής κι έπεσες σα δρυς από τα χτυπήματα κάποιων μαύρων ξυλοκόπων στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής, δίχως να προσμείνεις την αχτίδα της καινούργιας Χαραυγής.

Κι έπεσες καθώς από σεισμό πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα κάποιου πανάρχαιου ναού. Σα ναός, οπού χτυπιέται απ’ τα βόλια των βαρβάρων. Σαν τον Παρθενώνα, ήρωα, ποιητή του Αιώνα.

Μάτια στερεμένα από τις τόσες συμφορές, δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.

Θα σε κλάψουνε μια μέρα οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν έναν – ένα, σαν ξυπνήσουν απ’ τη μέθη τους κι αντικρύσουν τι ερημιές εσκορπίσανε στο διάβα τους σ’ αναρίθμητες καρδιές.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου το Αχερούσιο, το στερνό, ω πρωτότοκε αδερφέ μας, όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου οι Έλληνες σε χαιρετάνε. Ο καθένας ένα στίχο σου ψέλνοντας μελωδικό, σε ξεπροβοδάνε με τα μύρια σου τραγούδια, που βουίζουν σα μελίσσια πάνω απ’ Απριλιού λουλούδια, σα να προμηνάνε την Ανάσταση, ω μεγάλε ραψωδέ μας.

Η Φωτογραφία του Ουγκώ του Felix Nadar είναι από το μουσείο Getty  Η Φωτογραφία του Παλαμά της Βούλας Παπαιωάννου είναι από το μουσείο Μπενάκη.

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στην σελίδα μου στο Facebook και ξαναδημοσιεύεται εδώ με μερικές προσθήκες. Το ποίημα του Σκίπη και το απόσπασμα από το ταξίδι μου του Ψυχάρη που δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.

Οι σημαίες που ξεπέρασαν τον εαυτό τους!

Οι σημαίες είναι ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα και από τα πιο δύσκολα στην διαχείριση τους όσο αφορά την φωτογραφική τους αποτύπωση. Συνήθως οι φωτογραφίες που περιέχουν σημαίες ξεπέφτουν σε πολύ φθηνό συμβολισμό ή στην ακόμη πιο φθηνή προπαγάνδα. Στις δύο όμως φωτογραφίες που σας παρουσιάζω σήμερα που σαφέστατα συνομιλούν μέσα στην ιστορία της φωτογραφίας, οι οποίες είναι σίγουρο ότι στήθηκαν και τραβήχτηκαν καθαρά για προπαγανδιστικούς λόγους, πιστεύω ότι η ίδια η φωτογραφική πράξη και το φωτογραφικό αποτέλεσμα ξεπέρασαν τις ταπεινές προθέσεις των δημιουργών.

Να ήταν το εξαιρετικό ταλέντο των φωτογράφων; να ήταν η συγκυρία; να ήταν ότι και οι δύο φωτογραφίες που συνομιλούν στο post μου σήμερα συμβολίζουν το τέλος του τόσο καταστρεπτικού για την ανθρωπότητα 2ου Παγκόσμιου Πολέμου; Τι να φταίει που αυτές οι δύο φωτογραφίες ξεπέρασαν τον εαυτό τους; Ειλικρινά δεν ξέρω. Για αυτό που είμαι απολύτως σίγουρος είναι ότι πρόκειται για δύο αριστουργηματικές φωτογραφίες.

Η Αμερικάνικη Σημαία στην Ιβοζίμα

Αμερικάνοι πεζοναύτες υψώνουν την αμερικάνικη σημαία στην Ιβοζίμα Joseph John Rosenthal 1945

Η σοβιετική σημαία στο Ράιχσταγκ

Στρατιώτης του κόκκινου στρατού υψώνει την σοβιετική σημαία στο Ράιχσταγκ Yevgeny Anan’evich Khaldei 1945

Τρία παιδία που χαίρονται στην αιωνιότητα

Στην καινούργια στήλη που εγκαινιάζω στο blog μου ” Φωτογραφίες που συνομιλούν” συνήθως οι φωτογραφίες που θα παρουσιάζω και στις οποίες θα αναφέρομαι θα είναι δύο. Σπάνια θα είναι περισσότερες. Όμως θα ξεκινήσω αυτή την καινούργια σειρά των αναρτήσεων με 3 φωτογραφίες που είναι και σχετικά κοντινές στις χρονιές που τραβήχτηκαν 1946,1951,1954 και μάλιστα χωρίς σχόλια που συνήθως θα συνοδεύουν τα περισσότερα από τα επόμενα ζευγάρια φωτογραφιών που έχω στο μυαλό μου.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η πρώτη είναι μια φωτογραφία που τράβηξε ο Gerald Waller σε ένα ορφανοτροφείο στην Αυστρία το 1946. Μόλις ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός έχει μοιράσει καινούργια παπούτσια στα παιδάκια.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η δεύτερη είναι μια φωτογραφία του Henri Cartier-Bresson που την τράβηξε το 1954 στους δρόμους του Παρισιού. Ο πιτσιρίκος με τις δύο μπουκάλες κρασί.

Παιδιά που χαίρονται στην αιωνιότητα

Η τρίτη είναι μια φωτογραφία του δικού μας Δημήτρη Χαρισιάδη του 1951. Ο γνωστός πιτσιρίκος με το αναγνωστικό στα χέρια.